ΒΙΟΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ

 

¨  Ο όρος Βιοτεχνολογία χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Ούγγρο Kark Ereky το 1919, για να περιγράψει τη «διαδικασία παραγωγής προϊόντων από ακατέργαστα υλικά με την βοήθεια ζωντανών οργανισμών». Είναι μια σύμπτυξη του όρου «Βιολογική Τεχνολογία» και αποτελεί συνδυασμό επιστήμης και τεχνολογίας με στόχο την εφαρμογή των γνώσεων που έχουν αποκτηθεί από τη μελέτη των ζωντανών οργανισμών για την παραγωγή σε ευρεία κλίμακα προϊόντων που χρησιμοποιούνται ευρύτατα στη γεωργία, στην κτηνοτροφία, στην ιατρική, στη βιομηχανία τροφίμων και φαρμάκων, στη μεταλλουργία, αλλά και στην προστασία του περιβάλλοντος.

¨  Βιοτεχνολογία με την ευρεία έννοια είναι η χρήση ζωντανών οργανισμών προς όφελος του ανθρώπου και στηρίζεται κυρίως σε τεχνικές καλλιέργειας και ανάπτυξης των μικροοργανισμών και στην τεχνολογία του ανασυνδυασμένου DNA. Μερικές από τις εφαρμογές της Βιοτεχνολογίας, που έχουν ήδη συζητηθεί στο κεφάλαιο των Μικροοργανισμών, είναι η παραγωγή αντιβιοτικών, βιταμινών και ενζύμων, η παραγωγή μικροβιακής πρωτεΐνης και ζωοτροφών, η αλκοολική και γαλακτική ζύμωση, η μικροβιολογική μετατροπή του πετρελαίου, η βιολογική επεξεργασία αποβλήτων και η χρησιμοποίηση βακτηρίων για τον εμπλουτισμό μετάλλων.

¨  Η τεχνολογία του ανασυνδυασμένου γενετικού υλικού περιλαμβάνει όλες τις τεχνικές που οδηγούν σε μεταφορά του γενετικού υλικού από τον ένα οργανισμό στον άλλο και αποτελεί τεχνολογία αιχμής που εντάσσεται στον κλάδο των βιολογικών  επιστημών,  την  Γενετική Μηχανική. Ο γενετικός ανασυνδυασμός είναι μια φυσική διαδικασία που παρατηρείται στους προκαρυωτικούς, αλλά και στους ευκαρυωτικούς οργανισμούς. Η Γενετική Μηχανική στηρίζει τις αρχές της σε αυτά τα φυσικά φαινόμενα, τα οποία και χρησιμοποιεί για την ανταλλαγή ή μεταφορά γενετικού υλικού με στόχο την δημιουργία κυττάρων ή οργανισμών με επιθυμητά χαρακτηριστικά. Οι εφαρμογές της τεχνολογίας αυτής στην Ιατρική (παραγωγή ιντερφερόνης, ινσουλίνης, εμβολίων, κ.λ.π), αλλά και στην βελτίωση ορισμένων φυτικών και ζωικών οργανισμών είναι πολύ σημαντικές και διαδεδομένες, ενώ η γονιδιακή θεραπεία άρχισε ήδη να εφαρμόζεται.

¨  Η τεχνολογία του ανασυνδυασμένου DNA έδωσε την δυνατότητα της απομόνωσης συγκεκριμένων γονιδίων από το γονιδίωμα οποιουδήποτε οργανισμού, τη μεταφορά τους από ένα οργανισμό σε κάποιο άλλο και την έκφραση αυτών των γονιδίων στα νέα κύτταρα μέσα σε μικρά χρονικά διαστήματα. Σε αυτό το πλαίσιο η μεταφορά και έκφραση γονιδίων ευκαρυωτικών οργανισμών σε βακτήρια ήταν το εντυπωσιακότερο επίτευγμα της τελευταίας εικοσαετίας, που άνοιξε το δρόμο για τη μεταφορά γονιδίων μεταξύ των ευκαρυωτικών οργανισμών και τη δημιουργία διαγονιδιακών ή γενετικά τροποποιημένων φυτών και ζώων.

¨  Μια ιδιομορφία που παρουσιάζουν πολλά βακτήρια (σε σχέση με τα ευκαρυωτικά κύτταρα) είναι ότι περιέχουν δύο είδη DNA. To ένα είδος, που αποτελεί και τη μεγαλύτερη μάζα, είναι το χρωμοσωμικό DNA, που περιέχει τις απαραίτητες πληροφορίες για τη ζωή του κυττάρου. Το άλλο είδος είναι το πλασμιδιακό DNA (πλασμίδια), που περιέχει  πληροφορίες  όχι  απαραίτητες  αλλά    χρήσιμες  για    την επιβίωση του βακτηρίου. Έτσι, για παράδειγμα, μερικά πλασμίδια έχουν πληροφορίες που επιτρέπουν στα βακτήρια να αναπτύσσονται παρουσία αντιβιοτικών. Τα πλασμίδια είναι κυκλικά μόρια DNA, μεγέθους που κυμαίνεται από 2.000 έως 2.000.000 αζωτούχες βάσεις και μεταφέρονται από βακτήριο σε βακτήριο με μια διαδικασία που ονομάζεται βακτηριακή σύζευξη, μεταβιβάζοντας ταυτόχρονα τις ιδιότητες που περιέχουν. Έτσι, τα πλασμίδια μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως φορείς της γενετικής πληροφορίας που θέλουμε να εκφραστεί στα βακτηριακά κύτταρα. Άλλα τέτοια οχήματα μεταφοράς γενετικού υλικού είναι τα κοσμίδια (συνθετικά μόρια που αποτελούνται από πλασμιδιακό DNA και κομμάτι DNA από τον λ βακτηριοφάγο), αλλά και το DNA διαφόρων ιών, όπως  SV40, ρετροϊών, παπιλομαϊών.

¨  Η κατασκευή του ανασυνδυασμένου πλασμιδίου γίνεται με την ακόλουθη διαδικασία:

α) Με ειδικές τεχνικές απομονώνονται τα πλασμίδια από τα βακτήρια.

β) Με τη χρήση της ίδιας περιοριστικής ενδονουκλεάσης (ένζυμο που κόβει την διπλόκλωνη αλυσίδα αφήνοντας μονόκλωνα συμπληρωματικά άκρα), κόβεται το πλασμιδιακό DNA και η αλληλουχία του ξένου DNA που επιθυμούμε να ενσωματώσουμε στο πλασμίδιο.

γ) Το πλασμιδιακό DNA αναμιγνύεται με το ξένο DNA, η προσέγγιση των κομματιών γίνεται τυχαία και η συνένωσή τους γίνεται με τη μεσολάβηση ειδικών ενζύμων.

δ) Τα πλασμίδια που ενσωμάτωσαν το ξένο DNA, είναι μεγαλύτερα και βαρύτερα και μπορούν εύκολα να απομονωθούν.

ε) Με μια διαδικασία που ονομάζεται μετασχηματισμός τα ανασυνδυασμένα πλασμίδια εισάγονται στα βακτηριακά κύτταρα, όπου αρχίζουν να πολλαπλασιάζονται. Όταν το κύτταρο ξενιστής διπλασιάζεται, περνούν στην επόμενη γενιά αντίγραφα του ανασυνδυασμένου μορίου DNA και η διαδικασία αυτή συνεχίζεται όσο διαρκεί και η ανάπτυξη των βακτηρίων.

στ) Μετά από πολλές διαδοχικές κυτταρικές διαιρέσεις, αναπτύσσεται μια αποικία βακτηρίων, ένας κλώνος, το κάθε κύτταρο του οποίου περιέχει ένα τουλάχιστον μόριο του ανασυνδυασμένου DNA, οπότε και λέμε ότι το γονίδιο που μας ενδιέφερε κλωνοποιήθηκε.

¨  Με το τρόπο αυτό κλωνοποιήθηκαν και παράγονται μαζικά η ανθρώπινη αυξητική ορμόνη, η ερυθροποιητίνη, η ορμόνη ινσουλίνη, η ιντερφερόνη και το εμβόλιο για τον ιό της ηπατίτιδας Β, φαρμακευτικά σκευάσματα με τεράστια σημασία στην θεραπεία συγκεκριμένων ασθενειών. Επίσης, με τεχνητό ανασυνδυασμό του DNA έγινε κατορθωτή η δημιουργία διαγονιδιακών ή γενετικά τροποποιημένων φυτών και ζώων, που έχουν αποκτήσει ειδικές ιδιότητες, όπως η ανθεκτικότητα στα έντομα, στα ζιζανιοκτόνα και τα αντιβιοτικά, η αντοχή στον παγετό,  η ταχύτερη ανάπτυξη,  η παραγωγή φαρμακευτικών πρωτεϊνών, κ.λ.π. Επιπλέον, άνοιξε ο δρόμος για την γονιδιακή θεραπεία ασθενειών, όπου τα υγιή φυσιολογικά γονίδια εισάγονται στα κύτταρα που εμφανίζουν τη βλάβη από την ασθένεια και αντικαθιστούν τα μεταλλαγμένα γονίδια επαναφέροντας τη φυσιολογική κυτταρική λειτουργία.

 

Ποιες είναι οι ιστορικές φάσεις της σύγχρονης Βιοτεχνολογίας

 

1797: ο γιατρός E. Jenner χρησιμοποίησε ζωντανούς μικροοργανισμούς για να ενισχύσει την άμυνα του οργανισμού στην ευλογιά.

1864 : ο L. Pasteur παρασκεύασε αντιλυσσικό εμβόλιο.

1838-39 : οι Schleiden και Schwann καθιερώνουν το κύτταρο ως μορφολογική και φυσιολογική στοιχειώδη μονάδα φυτών και ζώων και καθιερώνεται η κυτταρική θεωρία.

1856 : ο Mentel κάνει τα διάσημα πειράματά του σχετικά με το διαχωρισμό των γονιδίων.

1873 : ο Schneider παρατηρεί τη διάλυση του πυρήνα και την ακολουθούμενη εμφάνιση των χρωμοσωμάτων.

1903 : ο Sutton συσχετίζει τα χρωμοσώματα με τους μεντελικούς παράγοντες.

1910 : εμφανίζεται η Drosophila melanogaster ως πειραματόζωο στα εργαστήρια Γενετικής και ο Morgan βρίσκει το πρώτο φυλοσύνδετο γονίδιο, τη μετάλλαξη white.

1928 : ο Griffith δουλεύοντας με στελέχη του βακτηρίου Diplococcus pneumonia και ποντίκια ανακαλύπτει το γενετικό μετασχηματισμό.

1928 : ο A. Fleming ανακάλυψε τις αντιβιοτικές ιδιότητες των μυκήτων.

1935 : ο Stanley ανακαλύπτει ότι οι ιοί αποτελούνται από νουκλεϊνικά οξέα και πρωτεΐνες.

1940 : βρέθηκαν τρόποι παρασκευής της πενικιλλίνης.

1944 : οι Avery, MacLeod και McCarty βρίσκουν ότι η χημική ουσία που προκαλούσε το μετασχηματισμό στα πειράματα του Griffith είναι το DNA.

1946 : οι Lederberg και Tatum ανακαλύπτουν το φαινόμενο της βακτηριακής σύζευξης.

1951 : η R. Franklin μελετώντας εικόνες του DNA που πήρε με τη βοήθεια ακτίνων Χ, αποκαλύπτει το σπειροειδές σχήμα του DNA.

1953 : οι Watson και Crick προτείνουν το περίφημο μοντέλο της διπλής έλικας του DNA.

1957 : Κατά τη διάρκεια μιας επιδημίας δυσεντερίας στην Ιαπωνία εμφανίζονται βακτήρια ανθεκτικά σε μιά σειρά αντιβιοτικά.

1957-1961 : ο Hayes και οι συνεργάτες του αποσαφηνίζουν τη φύση του χρωμοσωμικού παράγοντα που μεταφέρεται κατά τη βακτηριακή σύζευξη. Ο παράγοντας γονιμότητας όπως τον ονόμασαν είναι αυτός που μεταφέρει και τα γονίδια ανθεκτικότητας στα αντιβιοτικά, είναι ένα πλασμίδιο.

1965 : οι F. Jacob και J. Monod παίρνουν το βραβείο Νόμπελ για τις εργασίες τους επί των γενετικών μηχανισμών και τη μεταφορά της γενετικής πληροφορίας στα βακτήρια και για τη διατύπωση του πρώτου μοντέλου ρύθμισης της έκφρασης των γονιδίων.

1970 : απομονώνεται η περιοριστική ενδονουκλεάση του DNA.

1972 : ο P. Berg και οι συνεργάτες του απομόνωσαν ένα ιικό τμήμα DNA και το ενσωμάτωσαν σε βακτηριακό DNA. Λίγο αργότερα οι S. Cohen και H. Boyer τροποποίησαν το γενετικό υλικό συγκεκριμένων οργανισμών εισάγοντας τμήματα DNA που προήρχοντο από άλλο οργανισμό. Η όλη διαδικασία ονομάστηκε ανασυνδυασμός του DNA.

1975 : κάνει την εμφάνισή της η τεχνολογία των μονοκλωνικών αντισωμάτων.

1978 : επιτυγχάνεται η παραγωγή από βακτήρια ανασυνδυασμένης ανθρώπινης σωματοστατίνης. 

1982 : δίνεται άδεια χρήσης ανασυνδυασμένης ινσουλίνης ως φάρμακο για τους διαβητικούς. Τον ίδιο χρόνο εμφανίζεται το πρώτο γενετικά τροποποιημένο φυτό (μια ποικιλία καπνού).

1989 : ξεκινά το πρόγραμμα Χαρτογράφησης του Ανθρώπινου Γονιδιώματος.

1990 : εφαρμόζεται πειραματικά η γονιδιακή θεραπεία σε ένα τετράχρονο κοριτσάκι που πάσχει από έλλειψη του γονιδίου της απαμινάσης της αδενοσίνης.

1995 : ολοκληρώνεται η αποκρυπτογράφηση της αλληλουχίας του γονιδιώματος ενός βακτηρίου (Haemophilus infuenzae).

1996 : ολοκληρώνεται η αποκρυπτογράφηση της αλληλουχίας του πρώτου ευκαρυωτικού γονιδιώματος (Saccharomyces cerevisiae).

1997 : το ινστιτούτο Roselin της Σκωτίας ανακοινώνει την κλωνοποίηση της προβατίνας Dolly.

1998 : ολοκληρώνεται η αποκρυπτογράφηση της αλληλουχίας του πρώτου γονιδιώματος πολυκύτταρου οργανισμού (Caenorhabditis elegans).

2002 : ολοκληρώνεται η αποκρυπτογράφηση της αλληλουχίας του πρώτου γονιδιώματος θηλαστικού (ποντικού – Musmusculus).

2004 :ολοκληρώνεται η αποκρυπτογράφηση της αλληλουχίας του γονιδιώματος του ανθρώπου (Homosapiens).

ΚΛΩΝΟΠΟΙΗΣΗ

 

¨    Η έννοια της κλωνοποίησης σχετίζεται με τη δημιουργία πανομοιότυπων γονιδίων, κυττάρων ή οργανισμών. Την κλωνοποίηση γονιδίων, την αναλύσαμε στην παράγραφο για το ανασυνδυασμένο γενετικό υλικό. Η κλωνοποίηση κυττάρων είναι μια διαδικασία όπου ένα B-λεμφοκύτταρο, που είναι υπεύθυνο για την παραγωγή ενός συγκεκριμένου αντισώματος, συντήκεται με ένα καρκινικό κύτταρο δημιουργώντας ένα υβριδικό «αθάνατο» κύτταρο που μπορεί να παράγει το συγκεκριμένο αντίσωμα σε μεγάλες ποσότητες. Με τον τρόπο αυτό γίνεται η παραγωγή μονοκλωνικών αντισωμάτων. Η κλωνοποίηση οργανισμού, είχε επιτευχθεί από τη δεκαετία του 1960, όπου είχαν παραχθεί αμφίβια με την ίδια διαδικασία. Η ιδέα είναι πολύ απλή αφού αν από το ωάριο αφαιρεθεί ο πυρήνας  και αντικατασταθεί με τον πυρήνα ενός σωματικού κυττάρου, τότε ο οργανισμός που θα γεννηθεί θα περιέχει το γενετικό υλικό του δότη του σωματικού κυττάρου, θα είναι δηλαδή πανομοιότυπο αντίγραφο. Οι δυσκολίες που υπήρχαν για τα θηλαστικά ήταν ότι τα σωματικά κύτταρα είναι έντονα διαφοροποιημένα, μικρό μέρος του γονιδιακού δυναμικού τους εκφράζεται, η χρωματίνη είναι υπερσυμπυκνωμένη και ο πυρήνας δεν μπορεί να ενεργοποιηθεί για να δώσει το νέο οργανισμό.

¨    Το 1997 η ερευνητική ομάδα από το Ινστιτούτο Roselin του Εδιμβούργου της Σκωτίας ανακοίνωσε τη δημιουργία του πρώτου κλωνοποιημένου θηλαστικού, ενός προβάτου που το ονόμασαν Dolly. Oι ερευνητές δοκίμασαν πάνω από 700 κύτταρα μαστού μιας προβατίνας 6 ετών έως ότου ένα κύτταρο από αυτά, που δεν ήταν πλήρως διαφοροποιημένο, κατορθώσει να δώσει έμβρυο. Από το σωματικό κύτταρο μαστού μετά από μερικές διαιρέσεις αφαιρούσαν τους πυρήνες και τους τοποθετούσαν με κυτταρική σύντηξη σε αντίστοιχα ωάρια που προέρχονταν από άλλη προβατίνα, από τα οποία είχαν αφαιρέσει με μικροπιπέτα τον πυρήνας τους. Το ωοκύτταρο με τον πυρήνα από το σωματικό κύτταρο διαιρείται μετά από ηλεκτρική διέγερση δίνοντας έμβρυο 3 ή 4 διαιρέσεων. Τα έμβρυα εμφυτεύονται στη μήτρα τρίτου προβάτου («θετή μητέρα»), όπως ακριβώς συμβαίνει με την εξωσωματική γονιμοποίηση. Με αυτή τη διαδικασία ένα έμβρυο κατόρθωσε να αναπτυχθεί και να δώσει τελικά τη διάσημη Dolly. Σχεδόν ταυτόχρονα  άλλες ερευνητικές ομάδες ανακοίνωσαν τη δημιουργία κλωνοποιημένων μοσχαριών, χοίρων, προβάτων. Μετά από 3 σχεδόν χρόνια ο αρχικός ενθουσιασμός έδωσε τη θέση του στον έντονο προβληματισμό. Η Dolly φαίνεται γερασμένη, το γενετικό της υλικό με συσσωρευμένες βλάβες από την προηγούμενη ζωή του, δεν είναι ικανό να προωθήσει τις ανάγκες της νέας ζωής.

¨    Τα ηθικά, κοινωνικά και νομικά προβλήματα που προκύπτουν από την εφαρμογή της κλωνοποίησης στον άνθρωπο, που είναι πιθανό να επιχειρηθεί στο μέλλον είναι πραγματικά τεράστια. Όλα όσα ξέραμε για τη δημιουργία της καινούργιας ζωής ανατρέπονται αφού η σύμπραξη του θηλυκού με το αρσενικό δεν είναι πλέον απαραίτητη. Οποιοσδήποτε μπορεί να δημιουργήσει αντίγραφα του εαυτού του, για να ικανοποιήσει την ματαιοδοξία του, με ότι αυτό συνεπάγεται. Είναι ανάγκη λοιπόν να θωρακιστεί η κοινωνία μας από τέτοιου είδους επιλογές και να χρησιμοποιηθεί η νέα τεχνολογία προς όφελος του ανθρώπου. Για παράδειγμα η κλωνοποίηση διαγονιδιακών ζώων που παράγουν   τον   ανθρώπινο  παράγοντα   πήξης  του  αίματος  ή την α1-αντιθρυξίνη, θα οδηγήσει σε μείωση του κόστους των αντίστοιχων φαρμάκων. Πρέπει να σημειωθεί ότι η δημιουργία ενός διαγονιδιακού ζώου που παράγει τον παράγοντα πήξης κοστίζει 300-600 εκατομμύρια δραχμές. Η δημιουργία πολλαπλών αντιγράφων του ζώου αυτού θα έχει ως αποτέλεσμα την παραγωγή ακόμη μεγαλυτέρων ποσοτήτων φαρμάκου με χαμηλότερο κόστος. Οι μεγάλες φαρμακοβιομηχανίες έχουν επενδύσει πολλά χρήματα στη νέα τεχνολογία και βέβαια αναμένουν τεράστια κέρδη τα επόμενα χρόνια.

 

ΔΙΑΓΟΝΙΔΙΑΚΑ ΦΥΤΑ ΚΑΙ ΖΩΑ

Η δημιουργία γενετικά τροποποιημένων φυτών επιτυγχάνεται με τη βοήθεια ενός βακτηρίου, του Agrobacterium tumefaciens, που προκαλεί όγκους στην περιοχή του βλαστού που έρχεται σε επαφή με το έδαφος. Η ασθένεια εμφανίζεται στα ψυχανθή, τα εσπεριδοειδή και τα διακοσμητικά φυτά. Το βακτήριο διαθέτει ένα μεγάλο πλασμίδιο που ονομάζεται Ti, το οποίο μεταφέρεται στο φυτικό κύτταρο και ενσωματώνεται στο φυτικό DNA μετασχηματίζοντας τα φυτικά κύτταρα και επάγοντας ταυτόχρονα ουσίες χρήσιμες για το βακτήριο, που ονομάζονται οπίνες. Αν λοιπόν το πλασμίδιο αυτό ανασυνδυαστεί με την προσθήκη ενός γονιδίου, από άλλο φυτό, θα μπορεί το ανασυνδυασμένο πλέον βακτήριο να χρησιμοποιηθεί για να τροποποιήσει φυτικά κύτταρα σε κυτταροκαλλιέργεια. Τα γονίδια που προκαλούν όγκους στα φυτικά κύτταρα απενεργοποιούνται έτσι ώστε το ενσωματωμένο στο φυτικό DNA πλασμίδιο να μην προκαλεί όγκους. Τα τροποποιημένα φυτικά κύτταρα τελικά δίνουν ένα νέο οργανισμό, που περιέχει και εκφράζει το ξένο γονίδιο. Τέτοια γονίδια μεταφέρουν ιδιότητες όπως την παραγωγή τοξίνης που σκοτώνει τα έντομα, την αντοχή στα ζιζανιοκτόνα, στα αντιβιοτικά, στους ιούς, στα βακτήρια, στους μύκητες και στον παγετό, καθώς και την καθυστέρηση ωρίμανσης και την παραγωγή φαρμακευτικών πρωτεϊνών.

Τα διαγονιδιακά ζώα δημιουργούνται με μια τεχνική που ονομάζεται μικροέγχυση που συνίσταται στην εισαγωγή του DNA με ειδική μικροβελόνα στον πυρήνα του ωοκυττάρου. Στην μέθοδο αυτή χρησιμοποιούνται ωάρια  του ζώου που έχουν γονιμοποιηθεί στο εργαστήριο. Στο στάδιο του ενός κυττάρου μικρή ποσότητα του ξένου γονιδίου μικροεγχύεται στον πυρήνα του ωοκυττάρου. Το γονιμοποιημένο ωάριο εμφυτεύεται στη μήτρα  της «θετής μητέρας», όπου αναπτύσσεται το έμβρυο. Στη συνέχεια γίνεται έλεγχος των απογόνων για την ύπαρξη του ξένου γονιδίου και διασταυρώσεις για να περάσει η τροποποιημένη γενετική πληροφορία στους απογόνους. Με αυτό τον τρόπο έχει γίνει κατορθωτό στο γάλα των διαγονιδιακών ζώων να εκκρίνονται φαρμακευτικές πρωτεΐνες, όπως η ινσουλίνη, οι παράγοντες πήξεως VIII και IX, ο ενεργοποιητής πλασμινογόνου, οι ιντερφερόνες, η α1-αντιθρυψίνη και η αυξητική ορμόνη. Άλλες ιδιότητες που μεταφέρονται σε διαγονιδιακές αγελάδες, πρόβατα, χοίρους, αίγες είναι η ταχύτερη ανάπτυξη, η αντοχή στις χαμηλές θερμοκρασίες, αλλά και γονίδια για ασθένειες.

 

ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΣΤΟ ΓΕΝΕΤΙΚΟ ΥΛΙΚΟ – ΤΟ ΑΤΥΧΗΜΑ ΤΟΥ ΤΣΕΡΝΟΜΠΙΛ

¨  Το σύνολο των γονιδίων ενός οργανισμού αποτελεί το γονότυπο. Τα γονίδια αλληλεπιδρούν μόνο μεταξύ τους αλλά και με το περιβάλλον διαμορφώνοντας έτσι τον τελικό φαινότυπο. Ο φαινότυπος λοιπόν ίσος προς το άθροισμα του «γενοτύπου και του περιβάλλοντος». Οι λέξεις γονότυπος και φαινότυπος εισήχθηκαν από τον Wilhelm Johannsen που πρώτος αντιλήφθηκε τη σημασία του περιβάλλοντος. Στη φύση υπάρχουν πολλές περιπτώσεις όπου το μη γενετικό περιβάλλον μπορεί να επηρεάσει το φαινότυπο ενός οργανισμού σε οποιοδήποτε επίπεδο οργάνωσης. Τέτοια παραδείγματα είναι το χρώμα των λουλουδιών του φυτού Primulla, που σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 30 °C εμφανίζει λευκά άνθη και σε χαμηλότερη κόκκινα άνθη, το μαύρο χρώμα στα άκρα (πόδια, αυτιά, ουρά, μύτη) των κουνελιών των Ιμαλαΐων σε σχέση με το λευκό χρώμα του τριχώματος στο υπόλοιπο σώμα των κουνελιών, που οφείλεται στο γεγονός ότι το θερμοευαίσθητο ένζυμο που ελέγχει το χρώμα λειτουργεί μόνο στην μικρότερη από 34 °C θερμοκρασία των άκρων. Επίσης η λαγωχειλία οφείλεται στο γονότυπο, αλλά είναι και απόρροια περιβαλλοντικής επίδρασης, όταν χορηγηθεί στη μητέρα κορτιζόνη ή εκτεθεί σε χαμηλή συγκέντρωση οξυγόνου. Ένα άλλο παράδειγμα αφορά σε χαρακτηριστικά που κληρονομούνται με συνεχή τρόπο, όπως είναι το ύψος του ανθρώπου, το χρώμα του δέρματος ή ο δείκτης νοημοσύνης (IQ). Το πώς θα εκδηλωθούν οι ιδιότητες αυτές στο φαινότυπο εξαρτάται και από το περιβάλλον, έτσι το τελικό ύψος ενός ατόμου είναι συνάρτηση των γονιδίων αλλά και της διατροφής ή το χρώμα του δέρματος εξαρτάται και από το γεωγραφικό πλάτος που ζει το άτομο ή από το χώρο εργασίας του (έκθεση στον ήλιο). Συμπερασματικά, το περιβάλλον έχει για τον οποιοδήποτε οργανισμό, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, όχι μόνο ρυθμιστικό, αλλά και δημιουργικό ρόλο και πολλές φορές τον ίδιο αποφασιστικό ρόλο με το γονότυπο.

¨  Πολλές φορές το περιβάλλον γίνεται «εχθρικό» για τους οργανισμούς, συνήθως με την άπληστη και άφρονα επέμβαση του ανθρώπου. Οι αλλαγές στο γενετικό υλικό ονομάζονται μεταλλαγές και οι επιπτώσεις τους είναι πολύ σημαντικές στον ανθρώπινο οργανισμό ή στους απογόνους. Ανάλογα με το μεταλλαγμένο φαινότυπο που δημιουργούν οι μεταλλαγές διακρίνονται σε τροφικές ή βιοχημικές και ορατές ή μορφολογικές. Οι βιοχημικές μεταλλαγές επιδρούν στην ικανότητα του οργανισμού να παράγει κάποια μόρια (αμινοξέα, ένζυμα, κ.λ.π.) απαραίτητα για την ανάπτυξή του, ενώ οι μορφολογικές επηρεάζουν κάποιο ορατό χαρακτηριστικό, π.χ. το χρώμα ή το σχήμα. Μερικές ασθένειες που οφείλονται σε μεταλλάξεις είναι ο αλφισμός, που οφείλεται στην αδυναμία του οργανισμού να συνθέσει μελανίνη, η φαινυλκετονουρία (αδυναμία συνθέσεως του ενζύμου που μετατρέπει την φαινυλαλανίνη σε τυροσίνη), η αιμορροφιλία, η πολυδακτυλία, η μεσογειακή αναιμία ή θαλασσαιμία, η δρεπανοκυτταρική αναιμία, κ.ά.Σε χρωμοσωμικό επίπεδο οι μεταλλαγές διακρίνονται σε πυρηνικές και εξωπυρηνικές ή κυτταροπλασματικές. Οι πυρηνικές μεταλλαγές μπορούν να χωριστούν σε τρεις κύριους τύπους: α) τις σημειακές μεταλλαγές, αλλαγές σε κάποιο σημείο της σειράς των νουκλεοτιδίων, β) τις χρωμοσωμικές μεταλλαγές, αλλαγές στον αριθμό και στην θέση πάνω στο χρωμόσωμα ολόκληρων γονιδιακών ομάδων και γ) τις μεταλλαγές γονιδιώματος, αλλαγές στο βασικό αριθμό των χρωμοσωμάτων.

¨  Οι μεταλλαγές ή γίνονται αυτόματα (π.χ. από λάθη του μηχανισμού της αντιγραφής) ή προέρχονται από την επίδραση του περιβάλλοντος, όπως από τις ακτινοβολίες (π.χ. φυσική ακτινοβολία, ραδιενέργεια) ή διάφορες ουσίες (μεταλλαξογόνα).

Οι αυτόματες μεταλλαγές, που ορίζονται ως αλλαγές στο γενετικό υλικό που δημιουργούνται με την απουσία οποιασδήποτε συνειδητής επίδρασης μεταλλαξογόνων, οφείλονται σε λάθη κατά το μηχανισμό της αντιγραφής του γενετικού υλικού. Αυτού του είδους οι μεταλλαγές γίνονται με ρυθμούς 10–5  έως 10–8 ανά γονίδιο και ανά γενιά, ανάλογα με τον οργανισμό. Οι συχνότητες αυτόματων μεταλλαγών είναι υψηλότερες στους ιούς και μικροοργανισμούς από ότι στους ευκαρυωτικούς οργανισμούς. Οι μεταλλαγές αυτές είναι αναγκαίες σαν βάση για την εξέλιξη, αφού δημιουργούν τον πολυμορφισμό και την ποικιλότητα των ιδιοτήτων σε ένα είδος, από τις οποίες οι καλύτερα προσαρμοσμένες κάθε φορά στο περιβάλλον επικρατούν (φυσική επιλογή).

Οι τεχνητά προκαλούμενες μεταλλαγές έχουν ως αιτία τις ακτινοβολίες και τα χημικά μεταλλαξογόνα. Το πρώτο μεταλλαξογόνο που ανακαλύφθηκε ήταν οι ακτίνες Χ από το Muller το 1927, ο οποίος έδειξε ότι οι συχνότητες των προκαλούμενων μεταλλαγών εξαρτώνται από τη δόση της ακτινοβολίας.

Οι ακτίνες Χ, αλλά και οι άλλες ιονίζουσες ακτινοβολίες (ραδιενέργεια) προκαλούν σπασίματα των χρωμοσωμάτων, οξειδώνουν τις   δεοξυριβόζες   και   απαμινώνουν  τις   βάσεις   και    δημιουργούν υπεροξείδιο του υδρογόνου και δραστικές ρίζες υδροξυλίου και υπεροξειδίου, που προκαλούν περαιτέρω οξειδώσεις στο DNA. Με παρόμοιο τρόπο η υπεριώδη ακτινοβολία απορροφάται από τις αζωτούχες βάσεις και προκαλεί διμερισμό κυρίως της θυμίνης με αποτέλεσμα τέτοια διμερή να αλλοιώνουν την έλικα του DNA και να παρεμβαίνουν στην αντιγραφή.

Τα χημικά μεταλλαξογόνα είναι ουσίες όπως το νιτρώδες οξύ, η υδροξυλαμίνη, οι αλκυλιωτικοί παράγοντες, η καφεΐνη, τα  ανάλογα των βάσεων, τα οργανικά υπεροξείδια, η φορμαλδεΰδη, η ουραιθάνη, τα αλκαλοειδή, οι φαινόλες και κινόνες, κ.ά. Οι ουσίες αυτές έχουν την ικανότητα να τροποποιούν τη χημεία των βάσεων και να οδηγούν σε λαθεμένο ζευγάρωμα κατά την αντιγραφή ή να προκαλούν σπασίματα στα χρωμοσώματα σε όλα τα είδη των οργανισμών. Ορισμένες από αυτές τις ουσίες έχουν ισχυρή καρκινογόνο δράση. Άλλοι παράγοντες που προκαλούν μεταλλάξεις είναι η θερμοκρασία, καθώς και άλλα γενετικά φαινόμενα, όπως ο διασκελισμός, η μεταφορά γενετικού υλικού μέσω ιών και η δράση μεταθετών στοιχείων.

 

Το ατύχημα του Τσερνομπίλ  και οι επιπτώσεις στον Ελλαδικό χώρο

Οι ακτίνες Χ, γ, α και β, μπορούν να προκαλέσουν το θάνατο οποιοδήποτε οργανισμού σε περίπτωση υπερβολικής έκθεσης σε αυτές, αλλά και ανεπανόρθωτες βλάβες στα σωματικά κύτταρα, όπως εγκαύματα, λευχαιμία, μελανώματα, σαρκώματα, κ.ά. Στα γεννητικά κύτταρα δημιουργούν μεταλλάξεις, οι οποίες μεταβιβάζονται στους απογόνους, με συνέπεια την τερατογένεση ή την εμφάνιση δυσμορφιών εξαιτίας γονιδιακών ή χρωμοσωμικών αλλοιώσεων. Τέτοιο παράδειγμα εξωγενούς επίδρασης με δραματικά αποτελέσματα ήταν η επίδραση των ραδιενεργών στοιχείων που ελευθερώθηκαν μετά την έκρηξη στον πυρηνικό σταθμό του Τσερνομπίλ της Ουκρανίας στις 26 Απριλίου 1986, ώρα 1:20 π.μ.. Ενδεικτικό των τραγικών επιπτώσεων της ραδιενέργειας είναι ότι 54 χρόνια μετά την έκρηξη της πυρηνικής βόμβας στη Χιροσίμα προστίθενται νέα θύματα στο μακρύ κατάλογο των νεκρών.

Το Σάββατο 3 Μαΐου 1986 το ραδιενεργό νέφος από το ατύχημα του Τσερνομπίλ σκέπασε τον Ελλαδικό χώρο. Το νέφος περιείχε καίσιο, ιώδιο-131, τελούριο, βάριο, λανθάνιο, κ.ά και η όποια επίδρασή του έγινε δυσμενέστερη από τις βροχοπτώσεις που σημειώθηκαν τις μέρες εκείνες με αποτέλεσμα την διείσδυση του καισίου στο έδαφος των αντίστοιχων περιοχών.

Η απορρόφηση ραδιενέργειας του πληθυσμού από το ατύχημα του Τσερνομπίλ έγινε με τους εξής τρόπους:

α) Εξωτερική ακτινοβόληση από ραδιονουκλίδια του νέφους, με άμεση επαφή με το δέρμα και τα ρούχα, καθώς και από την ακτινοβόληση του εδάφους. Η επιβάρυνση υπολογίζεται σε 24,6 mrem σε κάθε άνθρωπο  επί 24ώρου έκθεσης. Η μέση τιμή εκτιμάται σε 2,4 mrem.

β) Εσωτερική ακτινοβόληση λόγω εισπνοής: Η συνολική επιβάρυνση είναι 5 mrem για τα παιδιά και 7 mrem για τους ενήλικες.

γ) Εσωτερική ακτινοβόληση από πρόσληψη νερού: Από μετρήσεις που έγιναν στα δείγματα νερού η ραδιενέργεια που έχει ληφθεί από κάθε άτομο δεν ξεπερνά τα 250 Bq για τους ενήλικες και τα 150 Bq για τα παιδιά, που ισοδυναμεί με δόση 0,5 mrem.

δ) Εσωτερική ακτινοβόληση από τροφές: Η συνολική εκτιμώμενη επιβάρυνση ήταν 51,75-61,61 mrem για τους ενήλικες 48,69-58,13 mrem για τα παιδιά.

Για να υπάρχει ένα μέτρο σύγκρισης η ραδιονόσηση στον άνθρωπο προκαλείται με δόση 150 rem, ενώ η μέση δόση ακτινοβολίας που δέχεται ένας άνθρωπος από φυσικές πηγές είναι 250 mrem το χρόνο (0,68 mrem/ημέρα).

Από τη ραδιομόλυνση αναμένονται για τον Ελληνικό πληθυσμό 204 επιπλέον περιπτώσεις καρκίνων στις 600.000 που θα συμβούν τα επόμενα 30 χρόνια. Επίσης οι 225.000 γεννήσεις παιδιών με γενετικές ανωμαλίες θα αυξηθούν κατά 58 στα επόμενα 30 χρόνια.

 

 

ΑΝΘΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ ΣΤΑ ΕΝΤΟΜΟΚΤΟΝΑ – ΒΙΟΛΟΓΙΚΗ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗ

Ένας σημαντικός αριθμός ζωικών και φυτικών ειδών είναι βλαβερά. Μερικά απ’ αυτά βλάπτουν τον άνθρωπο ως παράσιτα ή φορείς ασθενειών, ενώ πολύ περισσότερα βλάπτουν τα καλλιεργούμενα φυτά και τις άλλες πηγές τροφής. Ο έλεγχος των βλαβερών αυτών οργανισμών αποτελεί τεράστια ανάγκη και αποβλέπει στο μεγαλύτερο δυνατό περιορισμό της αφθονίας αυτών των ειδών ή ακόμα και στην πλήρη εξαφάνισή τους. Οι περισσότερες τεχνικές ελέγχου χρησιμοποιούν διάφορα χημικά, εντομοκτόνα και μυκητοκτόνα, μερικά από τα οποία είναι εξαιρετικά ισχυρά. Όμως, αυτό που συνέβη είναι ότι, με την πάροδο του χρόνου εξελίχτηκαν στελέχη των βλαβερών οργανισμών που αντέχουν στις ειδικές χημικές ουσίες, με συνέπεια να χρησιμοποιείται όλο και μεγαλύτερη ποσότητα των εντομοκτόνων, ενώ ταυτόχρονα στα χημικά εργαστήρια αναπτύσσονται νέες πιο δραστικές χημικές ουσίες. Το εντομοκτόνο λειτουργεί στην περίπτωση αυτή ως παράγοντας επιλογής για τα έντομα.

Το πρώτο παράδειγμα ανθεκτικότητας στα εντομοκτόνα εμφανίστηκε στα 1914, όποτε διαπιστώθηκε ότι ένας πληθυσμός του εντόμου κοκκοειδές Aonidiella aurantiae, που προσβάλλει τα εσπεριδοειδή, παρουσίαζε ανθεκτικότητα στις αναθυμιάσεις υδροκυανίου, που ως τότε χρησιμοποιούνταν για την καταπολέμηση του εντόμου. Με παρόμοιο τρόπο η εκτενή χρήση και κατάχρηση του DDT είχε ως αποτέλεσμα την εμφάνιση ανθεκτικών στελεχών εντόμων σε πολλές χώρες του κόσμου. Το ίδιο συνέβη για τις χημικές ουσίες διελδρίνη, μαλαθείο, καρβαμιδικά και θειική νικοτίνη. Η ανθεκτικότητα αυτή μπορεί να οφείλεται σε ένα απλό γονίδιο ή μπορεί να είναι πολυγονιδιακή. Έχει παρατηρηθεί ότι, όταν σταματήσει η χρήση ενός ορισμένου εντομοκτόνου, η πίεση της επιλογής   που   ευνοούσε  τα   αλληλόμορφα  για   την    ανθεκτικότητα χαλαρώνεται και μάλιστα μπορεί να αντιστραφεί προς  όφελος των αρχικών αλληλομόρφων για την ευαισθησία. Τελικά όμως η πλήρης ευαισθησία δεν αποκαθίσταται πλήρως.

Επίσης, ένα σημαντικό πρόβλημα, που προκύπτει από την χρήση των εντομοκτόνων είναι η διατάραξη της οικολογικής ισορροπίας με την καταστροφή της τροφικής αλυσίδας εντόμων, πτηνών, κ.ά.. Η δράση και οι συνέπειες της χρήσης του DDT, αναφέρθηκαν εκτενώς στο κεφάλαιο της Οικολογίας. Επιπλέον, τα εντομοκτόνα, περνάνε στους καρπούς των δέντρων και επιβαρύνουν την υγεία των καταναλωτών. Πολλές από τις χημικές ουσίες που πέφτουν στο έδαφος καταστρέφουν τους μικροοργανισμούς και στη συνέχεια περνάνε στον υδροφόρο ορίζοντα και καταλήγουν στα πηγάδια, στις πηγές, στα ποτάμια, στις λίμνες και στις θάλασσες προξενώντας τεράστια καταστροφή.

Σήμερα, για να αποφευχθούν οι αρνητικές επιπτώσεις της χρήσης των εντομοκτόνων και των άλλων δραστικών χημικών ουσιών χρησιμοποιούνται εναλλακτικοί τρόποι αντιμετώπισης των εντόμων, περισσότερο φιλικών για το περιβάλλον και τον άνθρωπο.

Η ολοκληρωμένη διαχείριση επιβλαβών οργανισμών (Integrated Pest Management, IPM) περιλαμβάνει ένα συνδυασμό μεθόδων με στόχο τη διατήρηση του πληθυσμού των εντόμων σε χαμηλό επίπεδο, έτσι ώστε να προστατεύεται η γεωργική παραγωγή.

Στις μεθόδους αυτές περιλαμβάνεται ο «βιολογικός έλεγχος» ή «βιολογική καταπολέμηση», που αναφέρεται στη χρησιμοποίηση από τον άνθρωπο αρπακτικών, παρασίτων και παθογόνων εντόμων για την άμεση καταπολέμηση και το περιορισμό των πληθυσμών των επιζήμιων εντόμων και ακάρεων των καλλιεργειών. Το μεγάλο πλεονέκτημα της μεθόδου είναι ότι οι πληθυσμοί των βλαβερών εντόμων ελαττώνονται καθ’ όλη τη καλλιεργητική περίοδο και όχι μόνο παροδικά, όπως συμβαίνει στη χημική καταπολέμηση.

Από πολλά χρόνια πριν, η έρευνα είχε στραφεί στη θανάτωση των συμβιωτικών βακτηρίων των εντόμων, με αντιβιοτικά. Ο ρόλος των συμβιωτικών μικροοργανισμών είναι πολύ σημαντικός, αφού με αυτό το τρόπο τα έντομα συμπληρώνουν τη διατροφή τους με βασικούς μεταβολίτες και ουσίες που δεν μπορούν τα ίδια να συνθέσουν.

Άλλη μέθοδος καταπολέμησης είναι η παρεμπόδιση της σύζευξης «mate disruption», κατά την οποία χρησιμοποιούνται συνθετικές φερομόνες που διακόπτουν τη σεξουαλική επικοινωνία των εντόμων, παραπλανώντας τα. Επίσης είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν ουσίες που προκαλούν ή παρεμποδίζουν την ωοτοκία ή επηρεάζουν την εκκολαπτικότητα ή τη βιωσιμότητα. Στα πλαίσια αυτά είναι και η χρησιμοποίηση φυσικών ουσιών, προϊόντα του μεταβολισμού των φυτών ή των  μικροοργανισμών, που επηρεάζουν τα βλαβερά έντομα και περιορίζουν το πληθυσμό τους. Τέτοιες ουσίες είναι οι αντιμεταβολίτες, που είναι χαμηλής τοξικότητας για τα θηλαστικά και ασφαλείς για το περιβάλλον. Η εφαρμογή αυτών των ουσιών στο Δάκο της ελιάς, σε πειραματικό επίπεδο, είχε αποτελέσματα αξιόλογα, που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν σε μεγαλύτερη κλίμακα.

Δάκος της ελιάς : Θεωρείται ο σημαντικότερος εχθρός της ελιάς στη λεκάνη της μεσογείου. Το τέλειο έχει μήκος 5 χιλιοστά, το κεφάλι του είναι ξανθοκίτρινο, με σύνθετα μάτια, που έχουν πράσινες μεταλλικές ανταύγειες, ο θώρακας είναι κιτρινόφαιος, με τρεις στενές, φαιές λωρίδες. Η προνύμφη του είναι υπόλευκη, έχει κωνικό σχήμα και έχει μήκος 8 χιλιοστά. Το έντομο αυτό προξενεί πολλές ζημιές στις ελαιοκαλλιέργειες και έχει 4-5 γενιές κάθε χρόνο. Το ακμαίο έντομο γεννά τα αυγά του μέσα στους καρπούς και οι νεαρές προνύμφες που εκκολάπτονται τρέφονται από το μεσοκάρπιο ανοίγοντας στοές. Ο καρπός συνήθως  πέφτει,  αφού οι προνύμφες ανοίξουν  μια  μεγάλη  οπή εξόδου. Οι προσβεβλημένοι καρποί έχουν μικρότερη απόδοση σε λάδι, που είναι κακής απόδοσης, λόγω της δυσάρεστης οσμής του.

Για τη καταπολέμηση του Δάκου της ελιάς και τη προστασία της ελαιοπαραγωγής έχει γίνει αρκετά σημαντική πρόοδος κυρίως στις χώρες της Μεσογείου. Στις μεθόδους που έχουν εφαρμοστεί περιλαμβάνονται η δειγματοληψία και πληθυσμιακή παρακολούθηση με παγίδες, η μέθοδος εξάπλωσης στείρου αρσενικού, η διακοπή συμβίωσης, τα εντομοκτόνα και βέβαια ο βιολογικός έλεγχος και η χρήση αντιμεταβολιτών.

Η βιολογική καταπολέμηση έχει αρχίσει να κερδίζει έδαφος και στην Ελλάδα, μετά τις επιτυχείς προσπάθειες του Monastero, 1967. Πειράματα εκτροφής ωφέλιμων εντόμων έχουν πραγματοποιηθεί στο Μπενάκειο Φυτοπαθολογικό Ινστιτούτο και στο Εντομοτροφείο Λυκόβρυσης του Υπουργείου Γεωργίας. Για το σκοπό αυτό χρησιμοποιήθηκε το παράσιτο Opius concolor, ένα μικρό κολεόπτερο, μήκους 3 χιλιοστών. Το ακμαίο τοποθετεί τα λευκοκίτρινα αυγά του πάνω ή μέσα στο καρπό της ελιάς. Η προνύμφη, που εκκολάπτεται, μπαίνει στο μεσοκάρπιο και βρίσκει τη προνύμφη του Δάκου, την οποία νεκρώνει και τρέφεται από αυτή, μέχρι να φτάσει στο στάδιο της νύμφωσης, οπότε και εξέρχεται από το καρπό. Κατά τα έτη 1978- 1980 έγιναν σταδιακές απελευθερώσεις του παρασίτου από το Εντομοτροφείο της Λυκόβρυσης σε 6000 δέντρα στη περιοχή της Αττικής, με πάρα πολύ καλά αποτελέσματα στη μείωση του πληθυσμού του Δάκου.  Η χρησιμοποίηση παγίδων για τη καταπολέμηση των εντόμων είναι μια μέθοδο  που μπορεί να έχει πολύ καλά αποτελέσματα, αφού με κατάλληλες ουσίες μπορούμε να έχουμε τη μαζική προσέλκυση των εντόμων και τη θανάτωσή τους μέσα στις παγίδες.

Παγίδες καταπολέμησης: Οι παγίδες είναι ειδικές κατασκευές, με τις οποίες  γίνεται  προσέλκυση, παγίδευση και  επιλεκτικά  θανάτωση  των εντόμων. Ανάλογα με το σκοπό της χρησιμοποίησης τους οι παγίδες διαχωρίζονται σε δύο τύπους: αυτές για τη προσέλκυση των εντόμων, τη κατακράτηση και τη παρακολούθηση των πληθυσμών τους και αυτές για τη προσέλκυση και θανάτωση των εντόμων. Για τη προσέγγιση των εντόμων χρησιμοποιούνται τροφικά προσελκυστικά ή προσελκυστικά φύλου σε συνδυασμό με το κατάλληλο χρωματισμό και το σχήμα. Η εξουδετέρωση των εντόμων που εισχωρούν στη παγίδα μπορεί να γίνει με μηχανικό ή χημικό τρόπο.

Με τη χρησιμοποίηση των παγίδων για τη καταπολέμηση των επιβλαβών για τη γεωργία εντόμων αποφεύγεται η επαφή των εδώδιμων μερών του φυτού με τις τοξικές ουσίες και αντιμετωπίζεται το πρόβλημα των τοξικών υπολειμμάτων. Όμως η είσοδος των ουσιών αυτών στη τροφική αλυσίδα και οι επιπτώσεις τους στο περιβάλλον δεν αποφεύγεται εντελώς. Αυτό γίνεται γιατί τα νεκρά έντομα χρησιμοποιούνται για τροφή άλλων εντόμων ή πουλιών.

Έτσι, διαμορφώνεται επιτακτικά η ανάγκη να χρησιμοποιηθούν για τη θανάτωση των εντόμων στις παγίδες απόλυτα ασφαλείς ουσίες για το περιβάλλον.

 

ΚΥΗΣΗ – ΘΗΛΑΣΜΟΣ

Για να γεννηθεί υγιές το μωρό επιβάλλεται η έγκυος γυναίκα να παίρνει ορισμένες προφυλάξεις και να βρίσκεται συνεχώς υπό την επίβλεψη του ιατρού. Επιγραμματικά θα μπορούσαμε να αναφέρουμε τα εξής:

α) Τα μακρινά και κουραστικά ταξίδια καλό είναι να αποφεύγονται τους πρώτους μήνες, τα ταξίδια με αεροπλάνο απαγορεύονται στο πρώτο τρίμηνο, η οδήγηση επιτρέπεται σε ανάγκη, ενώ η ποδηλασία δεν συνίσταται. Οι κουραστικές εργασίες δεν επιτρέπονται, ενώ πρέπει να αποφεύγεται τα βάρη και οι απότομες κινήσεις της κοιλίας.

β) Η ιππασία, το τένις, ο στίβος, η ορειβασία, η ιστιοπλοΐα απαγορεύονται, ενώ προτείνεται ο περίπατος και το κολύμπι. Η σάουνα δεν συνίσταται και η γυμναστική εγκυμοσύνης επιτρέπεται μετά τον 5ο μήνα.

γ) Η διατροφή πρέπει να είναι επιλεγμένη. Επιβάλλεται η κατανάλωση γαλακτοκομικών, άπαχο κρέας, ψάρι, ενώ χρειάζεται προσοχή στην κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων γλυκών και λιπαρών τροφών.

δ) Απαγορεύεται το κάπνισμα, ενώ τα οινοπνευματώδη και ο καφές καλό είναι να αποφεύγονται.

ε) Η γυναίκα επιβάλλεται να παίρνει σιδηρούχα, ασβεστούχα και πολυβιταμινούχα σκευάσματα, πάντα με τις οδηγίες του γιατρού.

στ) Από τα αντιβιοτικά το πιο ακίνδυνο είναι η ερυθρομυκίνη και ακολουθούν η πενικιλλίνη και η κεφαλοσπορίνη. Όλα τα υπόλοιπα απαγορεύονται. Από τα παυσίπονα μόνο η παρακεταμόλη (Depon, Panadol) επιτρέπεται, ενώ τα παυσίπονα που περιέχουν σαλικυλικά και φαινακετίνη απαγορεύονται. Γενικά, τα φάρμακα χορηγούνται με τις αυστηρές οδηγίες και υπό την παρακολούθηση του ιατρού.

ζ) Οι εμβολιασμοί για την ερυθρά και την ιλαρά απαγορεύονται, ενώ άλλοι εμβολιασμοί όπως ο αντιτετανικός και αντιδιφθεριτικός επιτρέπονται. Γενικά, ισχύει ότι στις εγκύους απαγορεύεται να γίνει εμβολιασμός με ζωντανά μικρόβια ή ιούς.

η) Οι ακτινογραφίες απαγορεύονται αυστηρά το πρώτο τρίμηνο, και σε ανάγκη επιτρέπονται μετά τον πέμπτο μήνα.

θ) Σε κάθε περίπτωση που η γυναίκα θα αντιληφθεί πρόβλημα στην εγκυμοσύνη, όπως αλλαγή στην ποσότητα ή ρευστότητα των υγρών ή αίμα, πόνους ύποπτους στην κοιλιακή χώρα, να μη διστάσει να απευθυνθεί στον γιατρό της.

ι) Η έγκυος πρέπει να κάνει όλες τις εξετάσεις αίματος, τον προγεννητικό έλεγχο, με τις οδηγίες του γιατρού, για να είναι σίγουρη ότι το παιδί που θα φέρει στον κόσμο θα είναι απόλυτα υγιές. 

 

Κύηση και κίνδυνος για δυσπλασίες

Είναι αυτονόητο ότι οι μορφογενετικές κινήσεις των  εμβρυϊκών  κυττάρων, τους 3 πρώτους μήνες καθορίζουν την  μετέπειτα ομαλή ανάπτυξη του εμβρύου. Όταν αναφερόμαστε σε δυσπλασίες εννοούμε ανωμαλίες στη διάπλαση των διαφόρων οργάνων του σώματος.  Το 1 % των νεογέννητων έχουν μια αναπτυξιακή ανωμαλία, δυσμορφία, που αναγνωρίζεται εύκολα. Μερικές από τις δυσμορφίες είναι η ανεγκεφαλία, η δισχιδής ράχη, η ανοφθαλμία ή μικροφθαλμία, η ατρησία της έδρας, η πολυδακτυλία, η λαγωχειλία, η υπερωϊοσχιστία, κ.ά. Αυτές μπορεί να οφείλονται σε γενετικούς κληρονομικούς λόγους ή να είναι επίκτητες, εξαιτίας της επίδρασης εξωτερικών παραγόντων κατά τη διάρκεια της κύησης. Οι δυσπλασίες, που συμβαίνουν το πρώτο τρίμηνο της εμβρυϊκής ανάπτυξης καταλήγουν πολλές φορές στο θάνατο του εμβρύου και την αποβολή του. Μερικές από τις ανωμαλίες που έχουν καταγραφεί με γενετική αιτιολογία, είναι η βραχυδακτυλία, η πολυδακτυλία, η αχονδροπλασία, η συγγενής υπερουριαιμία (σύνδρομο Lesch-Nyham), το σύνδρομο του Hunter, τα σύνδρομα Down, Patau, Edwards, Turner, Klinefelter, κ.λ.π..

Στην επίδραση του περιβάλλοντος κατά το εμβρυικό στάδιο, οφείλονται τερατογενέσεις. Ως κυριότερες αιτίες αναφέρονται η έκθεση σε φάρμακα ή άλλα χημικά προϊόντα (π.χ. ρετινοϊκό οξύ). Είναι χαρακτηριστικό ότι από το 1959 μέχρι το 1961 το καταπραϋντικό θαλιδομίδη ενοχοποιήθηκε για τη γέννηση στη Γερμανία 5.400 ανώμαλων παιδιών, που παρουσίαζαν δυσπλασίες των βραχιόνων και συχνά των αυτιών. Ένα άλλο παράδειγμα είναι η εμφάνιση υπερωϊοσχιστίας μετά την ένεση κορτιζόνης στη διάρκεια μιας κρίσιμης περιόδου της εμβρυογένεσης. Το αντιβιοτικό τετρακυκλίνη επιφέρει αλλοιώσεις στα οστά. Επίσης η διατροφή φαίνεται να παίζει σημαντικό ρόλο στην εμφάνιση δυσπλασιών. Η υπερβολική ποσότητα βιταμίνης Α ή η έλλειψη νικοτιναμιδίου μπορεί να προκαλέσει υπερωϊοσχιστία.

Η χρήση ναρκωτικών είναι καταστροφική για το έμβρυο και η λήψη αλκοόλ  μπορεί  να  προκαλέσει  ανωμαλίες στην καρδιά,  ελαττωματικές αρθρώσεις και διανοητική καθυστέρηση. Το κάπνισμα επιφέρει ελάττωση του βάρους του εμβρύου, λαγωχειλία, ανωμαλίες στο έντερο και αναπνευστικές δυσκολίες. Τα μυκητοκτόνα φάρμακα ή τα εντομοκτόνα μπορεί να προκαλέσουν τερατογενέσεις, όταν η έγκυος εκτεθεί σε αυτά, ιδιαίτερα στο πρώτο τρίμηνο της κυοφορίας. Επίσης, η ακτινοβολία σε κάθε μορφή θεωρείται επικίνδυνη για το έμβρυο. Η ακτινογραφία στο πρώτο τρίμηνο απαγορεύεται, ενώ στα επόμενα επιτρέπεται μόνο σε επείγουσες περιστάσεις για ιατρικούς λόγους που αφορούν στην υγεία της εγκύου.

Ορισμένοι παθογόνοι παράγοντες που μολύνουν την έγκυο προκαλούν δυσπλασίες με δυσάρεστα αποτελέσματα. Τέτοιοι παράγοντες είναι το πρωτόζωο της τοχοπλάσμωσης, ο ιός της ερυθράς και της ηπατίτιδας, ο μεγαλοκυτταροϊός, η λιστέρια, κ.ά. Σε περιπτώσεις λοίμωξης από τους παραπάνω παθογόνους μικροοργανισμούς επιβάλλεται η γυναίκα να διακόψει την κύηση. 

 

Θηλασμός

Το νεογνό τις πρώτες 12-24 ώρες της ζωής του δεν θηλάζει. Μετά από αυτές το διάστημα τοποθετείται στο μαστό και αρχίζει να θηλάζει εξασφαλίζοντας την πρόσληψη της τροφής. Πρόκειται για αντανακλαστική κίνηση του νεογνού, που την έχει από τη γέννηση του. Όταν υπάρχει άφθονο γάλα σε κάθε θηλαστική κίνηση αντιστοιχεί μια κίνηση κατάποσης, ενώ όταν είναι λίγο, σε 2-3 θηλαστικές κινήσεις αντιστοιχεί μια κίνηση κατάποσης. Σε κάθε θηλασμό πρέπει να προσφέρονται και οι δύο μαστοί.

Η υπεροχή της φυσικής διατροφής για την σωματική και πνευματική ανάπτυξη του παιδιού είναι δεδομένη. Η σωματική και ψυχική επαφή μεταξύ της μητέρας και του βρέφους βοηθάνε στην καλύτερη συναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού.

Επίσης, το μητρικό γάλα είναι ποιοτικά ανώτερο και απορροφάται ευκολότερα από τον βρεφικό οργανισμό. Κίνδυνος μόλυνσης δεν υπάρχει, το γάλα είναι έτοιμο, χωρίς δαπάνες και κόπο, είναι σε κανονική θερμοκρασία και προσφέρεται ανά πάσα στιγμή.

Επιπλέον, το μητρικό γάλα περιέχει αντισώματα που προστατεύουν το μωρό από λοιμώξεις έως ότου ωριμάσει το δικό του ανοσοποιητικό σύστημα. Αυτή η προσφορά του μητρικού γάλακτος δεν μπορεί να αντικατασταθεί με οποιοδήποτε άλλο τρόπο.

Ο θηλασμός είναι άριστος τρόπος σίτισης του βρέφους για τους πρώτους μήνες της ζωής του, ενώ για τις πρώτες 30 ημέρες θεωρείται απαραίτητος. Στην Ελλάδα τον πρώτο μήνα της ζωής θηλάζει το 50 % των βρεφών, ενώ τον 5ο μήνα το 17,5 %. Ίσως αυτά τα ποσοστά θα έπρεπε να αλλάξουν με κατάλληλη διαφώτιση των αυριανών μητέρων.

Μια μητέρα μπορεί να μη θηλάσει το μωρό της: α) για ιατρικούς λόγους, όταν παρουσιάζει φλεγμονή στο στήθος (μαστίτιδα), όταν πάσχει από βαριά καρδιοπάθεια, σακχαρώδη διαβήτη, οξεία λοίμωξη, κ.λ.π.., β) αν υπάρχει βλάβη στη θηλή του μαστού, π.χ. επίπεδη θηλή, ομφαλωτή θηλή, ή αν υπάρχει ραγάδα στη θηλή του μαστού, οπότε πρέπει να γίνει η ανάλογη θεραπεία, γ) βλάβη στη στοματική κοιλότητα ή στη μύτη του βρέφους, π.χ. λαγωχειλία, λυκόστομα, ατρησία οισοφάγου, κ.λ.π..

Σε καμία άλλη περίπτωση η μητέρα δεν έχει το δικαίωμα να μη θηλάσει το μωρό της, ούτε για επαγγελματικούς, ούτε για αισθητικούς ή άλλους λόγους.

ΑΙΤΙΕΣ ΣΤΕΙΡΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΖΕΥΓΑΡΙΩΝ

Ένα ζευγάρι θεωρείται στείρο όταν δεν αποκτήσει απογόνους, μετά από 2 χρόνια κανονικής σεξουαλικής επαφής, χωρίς αντισύλληψη. Στείρωση παρουσιάζει το 10% των ζευγαριών, το 4-5% παρουσιάζει οριστική στείρωση, ενώ το 15% υπογονιμότητα. Οι αιτίες στειρότητας είναι οι ακόλουθες:

α) Αιτίες στείρωσης στη γυναίκα

– Ορμονική στείρωση, που οφείλεται σε βλάβη στο επίπεδο υποθαλάμου – υπόφυσης, είτε σε βλάβη στην ωοθήκη.

– Μηχανική στείρωση (ωαγωγική), τοπογραφικές ή νεοπλασματικές αιτίες. Απόφραξη του ωαγωγού μετά από φλεγμονή (σαλπιγγίτιδα), ενδομητρίωση, ανατομικές ανωμαλίες της μήτρας, ινομυώματα της μήτρας,  πολύποδες  του  τραχήλου,  κύστες  της  ωοθήκης,  ατρησία  ή στένωση του τραχήλου, απλασία του κόλπου, της μήτρας ή των ωοθηκών.

–Στείρωση από αδυναμία ανόδου των σπερματοζωαρίων. Καταστροφή των σπερματοζωαρίων από φλεγμονώδη τραχηλική βλέννα ή ανοσολογική στείρωση (αντισώματα κατά των σπερματοζωαρίων στην τραχηλική βλέννα).

– Στείρωση μετά από αντισύλληψη.

– Στείρωση από ψυχολογικά αίτια.

– Ιδιοπαθής στείρωση.

β) Αιτίες στείρωσης στον άνδρα

–Μηχανική στείρωση: Ανικανότητα στύσης, παραμορφώσεις του πέους από ασθένειες ή τραυματισμό, κιρσοκήλη, φλεγμονές (ορχίτιδα, προστατίτιδα, ουρηθρίτιδα)

–Αζωσπερμία. Πλήρη απουσία σχηματισμού σπερματοζωαρίων  ή διαταραχή στη μεταφορά (απόφραξη). Οφείλεται σε ορμονικά αίτια, φλεγμονές, ακτινοβολία, χημειοθεραπεία, κρυψορχία.

–Ολιγοσπερμία. Συγκέντρωση σπερματοζωαρίων μικρότερη από 5-10 εκατομμύρια ανά κυβικό εκατοστό.

– Στείρωση από ψυχολογικά αίτια.

– Στείρωση από τοξικές ουσίες, όπως οινόπνευμα, ναρκωτικά.

ΤΡΟΠΟΙ ΑΝΤΙΣΥΛΛΗΨΗΣ

Αντισυλληπτικά μέτρα στη γυναίκα:

 

α) Ορμονικά σκευάσματα (χάπι): Χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά το 1956 και από τότε έχουν χρησιμοποιηθεί από εκατομμύρια γυναίκες. Οι δραστικές   ορμονικές   ουσίες   που  περιέχουν   αναστέλλουν    την ωρίμανση των ωαρίων και την ωορρηξία. Η γυναίκα παίρνει ανελλιπώς ένα χάπι την ημέρα για 21 ή 28 ημέρες, ανάλογα το σκεύασμα. Οι παρενέργειές τους είναι ελάχιστες, ενώ η αντισυλληπτική τους προφύλαξη, αν χρησιμοποιούνται σύμφωνα με τις οδηγίες φτάνει το 100%.

β) Μηχανικά μέσα: Ως σήμερα δεν διαθέτουμε μηχανικό μέσο αντισύλληψης που να είναι απόλυτα ασφαλές και ικανοποιητικό. Ο ασφαλέστερος και καλύτερος τρόπος είναι η χρήση ελαστικού διαφράγματος, που εμποδίζει την είσοδο των σπερματοζωαρίων στη μήτρα, σε συνδυασμό με διάφορα σπερματοκτόνα σκευάσματα (κρέμες ή αφρούς). Το ελαστικό διάφραγμα, που κυκλοφορεί σε διαφόρους τύπους και μεγέθη διαμέτρου 5-10 εκατοστά, τοποθετείται στον κόλπο με τρόπο που να συμβάλλει στην αποτελεσματική προφύλαξη, αλλά και στη μεγαλύτερη άνεση στη γυναίκα. Το διάφραγμα αφαιρείται 24 ώρες μετά τη συνουσία και μπορεί να χρησιμοποιείται μέχρι δύο χρόνια.

Το πιο αποτελεσματικό μηχανικό μέσο αντισύλληψης (98%) είναι τα ενδομήτρια βύσματα ή σπειράματα, τα οποία εμποδίζουν το ζυγωτό να εγκατασταθεί στην κοιλότητα της μήτρας. Τοποθετούνται από το ειδικό γιατρό στη μήτρα και προκαλούν βιοχημικές μεταβολές του ενδομητρίου που εμποδίζουν την εμφύτευση του γονιμοποιημένου ωαρίου. Ένα ποσοστό περίπου 5 % των σπειραμάτων αποβάλλονται αυτόματα μέσα σε ένα χρόνο από την τοποθέτησή τους, ενώ σε ένα 15% των γυναικών προκαλούν πόνο, αιμορραγία ή και ενοχλητική κολπική έκκριση και πρέπει να αφαιρούνται. Παρά την υψηλή ασφάλεια που παρέχουν δεν έγιναν αποδεκτά εξαιτίας των πολλών μειονεκτημάτων τους.

γ) Η ρυθμική μέθοδος: Πρόκειται για μια φυσική μέθοδο που στηρίζεται στην αποφυγή της συνουσίας τις μέρες της ωορρηξίας. Είναι γνωστό ότι το ωάριο είναι ικανό να γονιμοποιηθεί μέχρι 24 ώρες από τη στιγμή   της    ωορρηξίας   και    τα    σπερματοζωάρια είναι ικανά    να γονιμοποιήσουν 48 ώρες μετά την εκσπερμάτιση. Η ωορρηξία γίνεται 14-15 ημέρες πριν την επόμενη έμμηνη ρύση. Συνεπώς εάν ένα ζευγάρι αποφεύγει τις σεξουαλικές επαφές 3-4 ημέρες πριν την πιθανή ωορρηξία και 3-4 ημέρες μετά ελαχιστοποιείται η πιθανότητα εγκυμοσύνης. Αυτό που προτείνεται είναι η αποφυγή των σεξουαλικών επαφών από την 9η έως την 19η ημέρα του κύκλου. Προϋπόθεση για την ασφαλέστερη εφαρμογή της μεθόδου είναι η γνώση της ημερομηνίας ωορρηξίας και ο σταθερός εμμηνορρυσιακός κύκλος. Στην ωορρηξία έχουμε άνοδο της θερμοκρασίας του σώματος 0,5-1 °C. Η μέθοδος απαιτεί πολύ μεγάλη προσοχή κατά την εφαρμογή της και η αποτελεσματικότητά της είναι γύρω στο 90 %.

δ) Μόνιμη μέθοδος: Πρόκειται για το χειρουργικό δέσιμο με νήμα των σαλπίγγων, είτε χωρίς να κοπούν είτε αφού κοπούν. Η μέθοδος αυτή προκαλεί μόνιμη στείρωση χωρίς να έχει άλλες επιπτώσεις.

 

Αντισυλληπτικά μέτρα στον άνδρα:

 

α) Η συνουσία με διακοπή: Είναι η αρχαιότερη μέθοδος αντισύλληψης αφού την χρησιμοποιούσαν στην αρχαία Αίγυπτο, στους Ελληνιστικούς χρόνους και στην αρχαία Ρώμη. Στη μέθοδο αυτή, ο άνδρας εκσπερματώνει έξω από τα γυναικεία γεννητικά όργανα. Η μέθοδος έχει το μειονέκτημα ότι δημιουργεί δυσάρεστες ψυχολογικές καταστάσεις στο ζευγάρι. Παρόλο αυτά χρησιμοποιείται και σήμερα με μεγάλη συχνότητα, αν και δεν προσφέρει απόλυτη ασφάλεια.

β) Το ελαστικό διάφραγμα (προφυλακτικό): Είναι γνωστό από τον 17ο αιώνα όταν χρησιμοποιήθηκε για την προφύλαξη από τα αφροδίσια νοσήματα. Το προφυλακτικό εμποδίζει την είσοδο των σπερματοζωαρίων στο γεννητικό σύστημα της γυναίκας. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε συνδυασμό με σπερματοκτόνα, εξασφαλίζοντας προφύλαξη  98%. Ιδιαίτερα σήμερα μετά την εκδήλωση του AIDS η ανάγκη χρησιμοποίησής του είναι επιτακτική στις περιστασιακές ερωτικές σχέσεις.

γ) Μόνιμοι μέθοδοι: Πρόκειται για μέθοδο στείρωσης, προσωρινής ή μόνιμης, με δέσιμο ή δέσιμο και κόψιμο των σπερματικών πόρων. Τα σπερματοζωάρια που παράγονται στους όρχεις δεν μπορούν να περάσουν στην σπερματοδόχο κύστη, αλλά αυτό δεν επηρεάζει με κανένα τρόπο την παραγωγή ορμονών και τη σεξουαλική συμπεριφορά του άνδρα.

δ) Αντισυλληπτικό χάπι: Βρίσκεται ακόμη σε αρχικό στάδιο χρησιμοποίησης, αλλά οι πρώτες ενδείξεις είναι απόλυτα ικανοποιητικές. Η πιθανότητα τα επόμενα χρόνια να διατίθεται αντισυλληπτικό χάπι για τον άνδρα, αποτελεί μια εφικτή προοπτική.

ΑΛΛΕΡΓΙΕΣ

Η αλλεργία είναι μια ανώμαλη ανοσολογική αντίδραση του οργανισμού σε ξένες ουσίες (αντιγόνα) που ονομάζονται αλλεργιογόνα. Στα αλλεργιογόνα ανήκουν η γύρη των λουλουδιών, των δέντρων, ορισμένα βότανα, γρασίδια, οι σκόνες του σπιτιού, οι τρίχες των ζώων, το φτέρωμα των πουλιών, το δηλητήριο των εντόμων, τα περιττώματα πουλιών και ζώων, όλα τα τρόφιμα, τα νήματα, ορισμένα φάρμακα, οι μύκητες, τα μέταλλα και κάποιες χημικές ουσίες. Όταν ένα άτομο έλθει σε επαφή για πρώτη φορά με το αλλεργιογόνο δεν θα αισθανθεί κανένα σύμπτωμα αλλεργικής αντίδρασης. Θα σχηματιστούν όμως στον οργανισμό του ειδικά πλασμοκύτταρα που θα παράγουν αντισώματα IgE εναντίον των αλλεργιογόνων. Στη συνέχεια τα αντισώματα αυτά συνδέονται στην μεμβράνη των βασεόφιλων κοκκιοκυττάρων και των ιστιοκυττάρων, τα οποία περιέχουν κοκκία ισταμίνης. Την επόμενη φορά που το άτομο θα έλθει σε επαφή με το ίδιο αλλεργιογόνο, αυτό θα δεσμευτεί από την IgE των κοκκιοκυττάρων με συνέπεια την απελευθέρωση  της ισταμίνης, καθώς  και  άλλων ουσιών (λευκοτριενών), που προκαλούν όλα τα συμπτώματα της αλλεργίας, όπως παραγωγή βλέννας, συστολή των βρόγχων στο πνεύμονα, συστολή των μυών του εντέρου, διαστολή των αιμοφόρων αγγείων, ερυθρότητα, κνίδωση, παροξυντικό βήχα, δύσπνοια, εμετό, ζαλάδα, κυάνωση και σοκ. Τα συμπτώματα αυτά μπορεί να έχουν τοπικό ή γενικευμένο χαρακτήρα (τοπική ή γενικευμένη αναφυλαξία).

Η αντιμετώπιση των αναφυλακτικών αντιδράσεων γίνεται με τη χορήγηση φαρμάκων αντιισταμινικών ή κορτιζονούχων, που περιορίζουν τα συμπτώματα από την απελευθέρωσση των διαφόρων ουσιών από τα κοκκιοκύτταρα. Ταυτόχρονα συνίσταται η αποφυγή στην έκθεση στους αλλεργιογόνους παράγοντες. Τα τελευταία χρόνια έχει αναπτυχθεί μια μέθοδος απευαισθητοποίησης των αλλεργικών ατόμων, με χορήγηση στον ασθενή μικρών ποσοτήτων του αλλεργιογόνου, με σκοπό την παραγωγή IgG αντισωμάτων έναντι του αλλεργιογόνου. Έτσι, η επαφή του ασθενή με το αλλεργιογόνο, θα έχει ως αποτέλεσμα τα IgG μόρια να το εξουδετερώνουν πριν έλθει σε επαφή με τις IgE στην επιφάνεια των κοκκιοκυττάρων.

 

Ο ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΟΡΡΙΨΗΣ ΤΩΝ ΜΟΣΧΕΥΜΑΤΩΝ

Ο οργανισμός και το ανοσοποιητικό σύστημα έχει την ικανότητα να αναγνωρίζει τα «δικά του από τα ξένα» αντιγόνα. Κάθε άτομο, στην επιφάνεια των περισσοτέρων κυττάρων του, φέρει μια ομάδα μοναδικών πρωτεϊνών, που είναι βασικής σημασίας για την αναγνώριση των κυττάρων του ίδιου οργανισμού. Οι πρωτεΐνες αυτές καλούνται αντιγόνα ιστοσυμβατότητας και εξαιτίας της μεγάλης ειδικότητας, έχουν σημαντικό ρόλο στην αναγνώριση των ξένων κυττάρων. Κάθε κύτταρο που προέρχεται από άλλο άτομο ή διαφορετικό είδος φέρει διαφορετικά αντιγόνα ιστοσυμβατότητας στην επιφάνεια του και όταν βρεθεί μέσα στον οργανισμό δέχεται την επίθεση από τα λεμφοκύτταρα και καταστρέφεται. Αυτό είναι το κυριότερο εμπόδιο στις μεταμοσχεύσεις ιστών και οργάνων στον άνθρωπο. Το αυτομόσχευμα, μόσχευμα ιστού από ένα άτομο στον εαυτό του, προσλαμβάνεται κανονικά και μόμιμα. Το ισομόσχευμα είναι μόσχευμα ιστού από ένα άτομο σε άλλο γενετικά όμοιο άτομο (μονοωικά δίδυμα) και προσλαμβάνεται μόνιμα. Το ετερομόσχευμα (ξενομόσχευμα) είναι μόσχευμα από ένα είδος σε ένα άλλο είδος (πίθηκος σε άνθρωπο) και απορρίπτεται πάντοτε. Το αλλομόσχευμα (ομοιομόσχευμα) είναι μόσχευμα από άτομο σε άτομο του ίδιου είδους (άνθρωπο σε άνθρωπο) και αποβάλλεται από τις αντιδράσεις ομοιομοσχεύματος. Η αρχική αγγείωση και κυκλοφορία του μοσχεύματος είναι καλή, αλλά μετά από 11-14 ημέρες συμβαίνει αξιοσημείωτη ελάττωση της κυκλοφορίας, ενώ λεμφοκύτταρα και μακροφάγα περνούν στο μόσχευμα και το νεκρώνουν. Το μόσχευμα τελικά αποβάλλεται. Αν ένα δεύτερο μόσχευμα από τον ίδιο δότη τοποθετηθεί σε ένα δέκτη, θα προκληθεί μια επιταχυνόμενη απόρριψη μετά από 5-6 ημέρες. Συνεπώς είναι αναγκαίο πριν τη μεταμόσχευση ιστού ή οργάνου να εξετάζονται τα αντιγόνα ιστοσυμβατότητας και να επιλέγεται το μόσχευμα που «ταιριάζει» περισσότερο με το δέκτη. Επίσης θεωρείται ουσιώδες ο δότης και ο δέκτης να είναι συμβατοί στις ομάδες αίματος. Με όλες αυτές τις προϋποθέσεις και με την χορήγηση ανοσοκατασταλτικών φαρμάκων μπορεί να εμποδιστεί η απόρριψη του μοσχεύματος.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.