TO DNA ΤΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

 

1. Θεωρίες καταγωγής των Ελλήνων

 

Η προέλευση του ανθρώπινου είδους πάντοτε συνάρπαζε τους φιλοσόφους, τους επιστήμονες, αλλά και τους απλούς πολίτες. Ειδικότερα, οι Έλληνες ενδιαφερόμαστε να μάθουμε τις βιολογικές ρίζες μας ως κατοίκων της Ευρώπης. Για την προέλευση των κατοίκων της Ελλάδας έχουν διατυπωθεί τρεις θεωρίες5.


• Η θεωρία της ινδοευρωπαϊκής καταγωγής των Ελλήνων, η οποία βασίζεται σε γλωσσολογικές συγκρίσεις και αναλύσεις χωρίς αρχαιολογικές ή άλλες αποδείξεις. Οι συγκριτικοί γλωσσολόγοι αποτελούν τους κύριους υποστηρικτές της. Κατά τον Ρέλλο5, παρά την ευρεία διάδοσή της, η θεωρία αυτή δεν στηρίζεται σε στέρεες πηγές και πρέπει να απορριφθεί.


• Η θεωρία της αυτοχθονίας, την οποίαν υποστήριζαν οι ίδιοι οι αρχαίοι Έλληνες. Κύριος εκφραστής αυτής της θεωρίας είναι ο καθηγητής Colin Renfrew6.
• Η σύγχρονη αφροκεντρική θεωρία, κατά την οποία η αρχαία Ελλάδα ήταν το αποτέλεσμα αιγυπτιακού και φοινικικού εποικισμού κατά τη δεύτερη χιλιετία π.Χ. Ο κύριος υποστηρικτής αυτής της θεωρίας είναι ο Martin Bernal2, συγγραφέας του βιβλίου «Η ΜΑΥΡΗ ΑΘΗΝΑ», και, πρόσφατα, ερευνητές που προέρχονται από εργαστήριο των Σκοπίων και πανεπιστήμιο της Μαδρίτης. Σε δημοσίευμά1 τους, υποστηρίζουν ότι «οι ΄Ελληνες της ηπειρωτικής Ελλάδας μοιάζουν με τους κατοίκους της Αιθιοπίας”. Επιπλέον, οι γείτονές μας κυκλοφορούν φυλλάδια στα οποία αναγράφεται ότι «οι Νεγροαφρικανοί ΄Ελληνες είναι σφετεριστές της πατρίδας μας”. Μέλη της ομάδας είχαν δημοσιεύσει και εργασία για την προέλευση των Παλαιστινίων και των Ισραηλιτών. Η εργασία αυτή εξαφανίστηκε από τη βιβλιογραφία, ύστερα από διαμαρτυρίες Ισραηλινών επιστημόνων. Συνέχεια

ΠΑΘΟΛΟΓΙΑ ΚΑΡΔΙΑΓΓΕΙΑΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

Το καρδιαγγειακό σύστημα αποτελείται από την καρδιά, την αορτή, τις αρτηρίες, τα τριχοειδή και τις φλέβες. Ο σκοπός του είναι να διατηρεί την αιματική παροχή προσαρμοσμένη στις ανάγκες των υπολοίπων συστημάτων. Αυτό επιτυγχάνεται με μια σειρά από αλληλεπιδράσεις ανάμεσα στο καρδιαγγειακό και τα υπόλοιπα συστήματα. Οι αλληλεπιδράσεις αυτές διαμορφώνουν ένα περιβάλλον προσαρμογής του καρδιαγγειακού συστήματος στις εκάστοτε συνθήκες. Η καρδιά δρα ως παλμική αντλία, η ισχύς παλμού της οποίας έχει βραχεία και σταθερή διάρκεια. Η καρδιά μπορεί να αυξήσει την παροχή της αυξάνοντας τη συχνότητα συστολής (χρονοτροπισμός), τη δύναμη συστολής (ινοτροπισμός), ή και τα δυο.

Η καρδιά ενός φυσιολογικού ατόμου 70Kgr συσπάται με συχνότητα 70-75 σφύξεις/ λεπτό, εξωθώντας 5,5 λίτρα αίματος/λεπτό. Το βάρος της καρδιάς υπολογίζεται περί τα 300 gr. Το 75% του βάρους της το αποτελούν τα μυοκύτταρα.

 

ΠΑΘΟΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑ 

 

Καρδιακή ανεπάρκεια

Καρδιακή ανεπάρκεια είναι η αδυναμία της καρδιάς να καλύψει τις ανάγκες των συστημάτων σε παροχή αίματος. Ο ορισμός είναι ατελής και υπάρχουν διαφορετικές απόψεις για την πλήρη περιγραφή του συνδρόμου της καρδιακής ανεπάρκειας. Η κατάσταση αυτή είναι εύκολο να αναγνωριστεί κλινικά αλλά δύσκολο να καθοριστεί. Η ικανότητα της καρδιάς να ανταποκρίνεται άμεσα στις απαιτήσεις της κυκλοφορίας αυξάνοντας το έργο της ονομάζεται καρδιακή εφεδρεία. Η καρδιακή απόδοση αυξάνεται μετά τη γέννηση, στην περίοδο της ανάπτυξης και ολοκληρώνεται στη νεαρή ενήλικο ζωή. Με τη πάροδο της ηλικίας ελαττώνεται προοδευτικά. Όταν η καρδιά φτάσει στο σημείο να αδυνατεί να στείλει αίμα ανάλογο προς τις μεταβολικές απαιτήσεις των ιστών ή το καταφέρνει μόνο με αύξηση της πίεσης πλήρωσης, τότε ομιλούμε για καρδιακή ανεπάρκεια. Μια σειρά από νόσους του καρδιαγγειακού συστήματος μπορούν να αποτελέσουν το γενεσιουργό αίτιο της καρδιακής ανεπάρκειας. Η υπέρταση, η στεφανιαία νόσος, ο σακχαρώδης διαβήτης, οι καρδιομυοπάθειες και οι βαλβιδοπάθειες αποτελούν τις κλασσικές και συχνότερες αιτίες. Η καρδιακή ανεπάρκεια μπορεί να είναι συστολική όταν πάσχει η συστολική λειτουργία και παραβλάπτεται η εξώθηση του αίματος από τις κοιλίες και διαστολική όταν έχει παραβλαφθεί ο μηχανισμός της κοιλιακής πλήρωσης. Η ύπαρξη αμιγώς συστολικής η αμιγώς διαστολικής καρδιακής ανεπάρκειας είναι σπάνια και συνήθως συνυπάρχουν και οι δύο μορφές. Συνέχεια

ΙΟΣ ΤΟΥ ΑΠΛΟΥ ΕΡΠΗ

Ο ιός του απλού έρπη 1 και ο ιός του απλού έρπη 2 (HSV 1, 2) είναι ανθρώπινοι, παθογόνοι DNA ιοί.

Οι ιοί του έρπητα είναι παγκοσμίως διαδεδομένοι. Κατά την 2η δεκαετία της ζωής η επιμόλυνση, στις βιομηχανικές χώρες, ανέρχεται σε 50% και στους ενήλικες φτάνει στο ποσοστό των 90% για τον ιό του απλού έρπητα 1 (επιχείλιος) και 10-15% για τον ιό του απλού έρπητα 2 (γεννητικών οργάνων).

Η πρώτη λοίμωξη εμφανίζεται με την επαφή με την σίελο ή με τις εκκρίσεις του ουροποιητικού και του γεννητικού συστήματος μολυσμένων ατόμων, δια μέσου του πλακούντα ή είναι ιατρογενής (μεταγγίσεις, μεταμοσχεύσεις). Μετά την πρώτη λοίμωξη ο ιός παραμένει επί βίου στα εντοπισμένα γάγγλια (λανθάνουσα λοίμωξη). Κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες είναι πιθανόν να υπάρξουν επαναδραστηριοποιήσεις του ιού. Η μετάδοση μιας γεννητικής λοίμωξης του έρπη κατά τον τοκετό μπορεί να έχει υποκλινική πορεία, αλλά οδηγεί συνήθως σε εντοπισμένες ή διάσπαρτες παθήσεις που παρομοιάζονται με σήψη. Μετά την πρώτη λοίμωξη επιμένουν οι ιοί σε ορισμένα κύτταρα του σώματος (λανθάνουσα κατάσταση), μέχρι να εμφανιστεί μια επαναδραστηριοποίηση με λυτικό κύκλο. Σε άτομα με σχετική ανοσία η επαναδραστηριοποίηση του ιού εμφανίζει άτυπα ή ήπια κλινικά συμπτώματα, ενώ σε ασθενείς με εξασθενισμένη ανοσολογική άμυνα  παρουσιάζονται συχνά σοβαρές επιπλοκές.

Ο χρόνος επώασης είναι 2 έως 12 ημέρες. Ο κίνδυνος για μόλυνση υφίσταται όσο υπάρχουν τα εξανθήματα στο δέρμα, στους βλεννογόνους (περίπου 3 εβδομάδες) ή οι ενδογενείς υποτροπές. Οι πρώτες λοιμώξεις με HSV 1 παρουσιάζουν κατά 90% άτυπη πορεία, ενώ σε 10% των περιστατικών εμφανίζονται οι χαρακτηριστικές φυσαλίδες του έρπητα στα χείλη, το στόμα, στον κερατοειδή ή στον επιπεφυκότα του οφθαλμού. Αυτά τα εξανθήματα φλύκταινας μπορούν να εξαπλωθούν επικίνδυνα στο εκζεματικό δέρμα. Άλλες επιπλοκές είναι η εγκεφαλίτιδα (θνησιμότητα έως 70 %) ή η μηνιγγοεγκεφαλίτιδα. Στην πρωτοπαθή λοίμωξη με τον ιό του απλού έρπη 2 οι ασθενείς σε ποσοστό 12% φέρουν συμπτώματα, όπως αυθόρμητη αποβολή, αιδοιοκολπίτιδα ή εξανθήματα στο πέος και το όσχεο.

Παρόλο που οι περισσότερες λοιμώξεις με το ιό του έρπη των γεννητικών οργάνων προκαλείται από τον ιό του απλού έρπη 2, μπορεί το 20% των περιπτώσεων να προκληθεί και από τον ιό του απλού έρπη 1. Τα συμπτώματα της πρωτοπαθούς λοίμωξης δεν διαφέρουν, όμως το ποσοστό επαναδραστηριοποίησης είναι στον ιό του απλού έρπη 1 μικρότερο. Ο ιός του απλού έρπη 2 στα γεννητικά όργανα επανεμφανίζεται τέσσερις φορές συχνότερα και φέρει έντονα συμπτώματα, ενώ η επαναδραστηριοποίηση του ιού του απλού έρπη 1 γεννητικών οργάνων έχει κατά κανόνα υποκλινική πορεία. Επομένως ενδείκνυται η αγωγή έναντι του ιού του απλού έρπη 2 γεννητικών οργάνων με σκευάσματα κατά των ιών, όπως Acyclovir, Valaciclovar και Famiciclovar.

Στην περίπτωση υποτροπιαζουσών λοιμώξεων ενδείκνυται η θεραπευτική αγωγή και για τους δύο ερωτικούς συντρόφους, άσχετα από το γεγονός ότι ο ένας από τους δύο δεν εμφανίζει συμπτώματα της ασθένειας.  

ΕΛΙΚΟΒΑΚΤΗΡΙΔΙΟ ΤΟΥ ΠΥΛΩΡΟΥ

Το ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού είναι ένα αρνητικά κατά Gram, σπειροειδές βακτηρίδιο. Για την μικροβιολογική του ανίχνευση χρησιμοποιούνται η δοκιμασία ουρεάσης, καταλάσης και οξειδάσης, καθώς και η απουσία της υδρόλυσης της ιππουρικάσης και η απουσία της αναγωγής νατρικού άλατος.

Το ελικοβακτηρίδιο πυλωρού είναι ένα πολύ εξειδικευμένο βακτηρίδιο όσον αφορά τον ξενιστή του. Άλλα είδη ελικοβακτηριδίου υπάρχουν σε διάφορα θηλαστικά, όπως σε γάτες, σκύλους, χοίρους και ποντίκια.

Οι φαινομενικές διαφορές μεταξύ των ειδών του ελικοβακτηριδίου πυλωρού αφορούν αποκλειστικά την έκκριση ή μη έκκριση μίας κενοτοπιώδης κυτοτοξίνης (vacuolating Cytotoxin, VacA) και μιας δεύτερης τοξίνης, η οποία κωδικοποιείται ως CagA (Cytotoxin-Associated Gene, CagA). Λόγω αυτών των διαφορών διακρίνουμε τις λοιμογόνες (τύπος Ι) και μη λοιμογόνες (τύπος ΙΙ) κατηγορίες του ελικοβακτηριδίου. Οι ασθενείς με έλκος δωδεκαδακτύλου προσβάλλονται πολύ συχνότερα από τον τύπο Ι του ελικοβακτηριδίου που παράγει VacA και CagA.

Επιπλέον, υπάρχουν μελέτες, οι οποίες δεν θεωρούν πιθανή την σχέση μεταξύ μιας λοίμωξης με ελικοβακτηρίδιο, με τα είδη που παράγουν VacA και CagA και της κλινικής εικόνας ενός καρκινώματος του στομάχου.

Η μετάδοση του ελικοβακτηριδίου πυλωρού στον άνθρωπο δεν έχει ακόμη αποσαφηνιστεί. Η βιβλιογραφία αναφέρει μετάδοση από του στόματος και μεταξύ στόματος και κοπράνων.

Βασικά ξεχωρίζουμε σε μία λοίμωξη με ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού, την οξεία και την χρόνια μορφή της νόσου. Το 80-90% όλων των περιστατικών γαστρίτιδας έχουν ως αιτία την λοίμωξη με ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού.

Στις παθήσεις που σχετίζονται με το ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού, δηλαδή αυτές οι οποίες ξεκινούν από μία γαστρίτιδα λόγω λοίμωξης με το ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού, ανήκουν μεταξύ άλλων το 95% του έλκους του δωδεκαδάκτυλου και το 90% του έλκους στομάχου, καθώς και 60-70% του λεμφώματος ΜΑLT (Mucosa Associated Lymphatic Tissue). Σε χρόνιες λοιμώξεις με το ελικοβακτηρίδιο πυλωρού αυξάνεται η πιθανότητα προσβολής από το λέμφωμα MALT κατά έξι φορές.

Στην διαγνωστική ξεχωρίζουμε μεταξύ επεμβατικών και μη επεμβατικών μεθόδων εντοπισμού. Στις επεμβατικές μεθόδους ανήκει η ιστολογική εξέταση και η ταχεία δοκιμασία ουρεάσης (π.χ. δοκιμασία CLO), η μικροβιολογική διαδικασία, όπως η καλλιέργεια ή η μοριακή-βιολογική μέθοδος (PCR). Η δοκιμασία εισπνοής C και η ορολογική εξέταση ανήκουν στις μη επεμβατικές μεθόδους.

Το 1997 καθορίστηκαν στην σύσκεψη “Konsens του Μάαστριχ» ευρωπαϊκές συστάσεις της Ευρωπαϊκής Ομάδας Μελέτης Ελικοβακτηριδίου πυλωρού (EHPSG) όσον αφορά τον χειρισμό λοιμώξεων με το ελικοβακτηρίδιο πυλωρού. Μία θεραπεία εκρίζωσης (θεραπεία Tripel) συστάθηκε για όλους τους ασθενείς θετικούς προς το ελικοβακτηρίδιο πυλωρού που εμφάνιζαν έλκος στομάχου. Το πιο συνηθισμένο θεραπευτικό σχήμα είναι αναστολέας της αντλίας πρωτονίων σε συνδυασμό με αμοξυκιλλίνη και κλαρυθρομυκίνη για 8-14 μέρες. Το αποτέλεσμα της θεραπείας ελέγχεται στους δύο μήνες. Είναι σημαντικό και θα πρέπει να εξετάζονται όλα τα άτομα που υποφέρουν από δυσπεψία, ακόμη και χωρίς σημαντικά συμπτώματα και είναι κάτω των 45 ετών, με μία από τις μη επεμβατικές μεθόδους, όπως π.χ. ορολογικά (ανίχνευση αντισωμάτων IgG και IgA). Πρέπει να σημειωθεί ότι η παρουσία, στον ορό του ασθενούς, αντισωμάτων IgA έναντι του βακτηρίου υποδηλώνει ενεργεί γαστρίτιδα. Στην περίπτωση θετικού αποτελέσματος θα πρέπει να χορηγείται και σε αυτά τα άτομα θεραπευτική αγωγή. Ο εντοπισμός των αντισωμάτων IgM δεν έχει κλινική σημασία και δεν συνίσταται στην περίπτωση των ορολογικών δοκιμασιών για το Ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού.

Η μέτρηση των αντισωμάτων στον ορού, μπορεί να γίνει μετά από την εφαρμογή μίας ριζικής θεραπείας προκειμένου να ελεγχθεί το αποτέλεσμα. Θα πρέπει όμως να ληφθεί υπόψη, ότι απαιτείται η μεσολάβηση χρονικού διαστήματος 6 μηνών μεταξύ της εξόντωσης και του ορολογικού ελέγχου, για να ανιχνευτούν σημαντικές διακυμάνσεις του τίτλου. Μετά από μια επιτυχημένη αντιμετώπιση περιμένουμε ορολογικά την μείωση των αντισωμάτων IgG και την μη ανίχνευση ή οριακές τιμές στα αντισώματα IgA και κλινικά την εξάλειψη των συμπτωμάτων. Το ποσο­στό επιτυχούς εκρίζωσης με το παραπάνω θεραπευτικό σχήμα είναι 85% περίπου. Σε περίπτωση αποτυχίας του πρώτου θεραπευτικού σχήματος συνήθως δοκι­μάζεται άλλος συνδυασμός αντιβιοτικών, πάντοτε από τον ειδικό γιατρό (γαστρεντερολόγο).

 

ΟΡΓΑΝΟΕΙΔΙΚΑ ΑΥΤΟΑΝΤΙΣΩΜΑΤΑ ΚΑΙ Η ΣΥΣΧΕΤΙΣΗ ΤΟΥΣ ΜΕ ΑΣΘΕΝΕΙΕΣ

 

ΥΠΕΥΘΥΝΑ ΑΝΤΙΓΟΝΑ

ΑΣΘΕΝΕΙΑ

κυτόχρωμα P450 IID6

αυτοάνοση ηπατίτιδα, αρθραλγία, σπειραματονεφρίτιδα, χρόνιες εντερικές φλεγμονές, vitiligo

λείες μυικές ίνες

αυτοάνοση χρόνια ενεργή ηπατίτιδα

διαλυτό ηπατικό αντιγόνο, ηπατικό-παγκρεατικό αντιγόνο (SLA/LP)

αυτοάνοση ηπατίτιδα

ειδική ηπατική πρωτεΐνη (LSP), ηπατική κυτταρική μεμβράνη (LMA)

αυτοάνοση ηπατίτιδα

H+/K+ – ATPase

χρόνια ατροφική γαστρίτιδα, κακοήθης αναιμία, funicularmyelosis, διάφορες αυτοάνοσες ενδοκρινοπάθειες

τρανσγλουταμινάση

gluten-sensitive enteropathy,

M. Duhring’s dermatitis

Gliadin

gluten-sensitive enteropathy,

M. Duhring’s dermatitis

Keratin, filaggrin

ρευματοειδή αρθρίτιδα

ακτίνη

αυτοάνοση ηπατίτιδα

myeloperoxidase (MPO), elastase, cathepsin G, lysozyme, lactoferrin, β-glucuronidase

αγγειΐτιδα, M.Wegener, arteritis, Churg-Strauss syndrome, ελκώδης κολίτιδα, πρωτοπαθής σκληρωτική χολαγγειίτιδα, Crohn’s disease

proteinase 3, BPI(CAP57)

Wegener’s granulomatosis

νησιδιακά κύτταρα παγκρέατος

σακχαρώδης διαβήτης

αποκαρβοξυλάση του γλουταμικού οξέος

σακχαρώδης διαβήτης, stiff

man syndrome

collagen

collagenosis, arthritis

δεσμόσωμα, βασική μεμβράνη επιδερμίδας, λαμινίνη

δερματοπάθειες

glomerular basement membrane (GBM)

ασθένειες των νεφρών

θυρεοειδική υπεροξειδάση (ΤΡΟ)

θυρεοειδίτιδα

καρδιολιπίνη, φωσφατιδυλοσερίνη, β-2-γλυκοπρωτεΐνη 1.

φωσφολιπιδικό σύνδρομο

Yo, Hu, Ri, myelin, myelin-associated glycoprotein (MAG)

ασθένειες νευρικού συστήματος

 

 

ΑΥΤΟΑΝΤΙΣΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΥΤΟΑΝΟΣΑ ΝΟΣΗΜΑΤΑ

Αυτοαντισώματα έναντι dsDNA και ssDNA

Τα αντισώματα έναντι της διπλής έλικας του DNA αναγνωρίζουν επίτοπους πάνω στον δεσοξυριβοφωσφορικό σκελετό, ενώ τα αυτοαντισώματα έναντι του μονόκλωνου DNA αναγνωρίζουν τις αζωτούχες βάσεις.

Ασθένειες: συστηματικός ερυθηματώδης λύκος (70% – 95 %).

               Επιπλέον για το ssDNA: φαρμακευτικό ερυθηματώδη λύκο (60%), μικτή κολλαγόνωση (20-50%), πολυμυοσίτιδα /δερματομυοσίτιδα (40-50 %), προοδευτική συστηματική σκλήρυνση (14%), σύνδρομο Sjogren (13%), ρευματοειδή αρθρίτιδα (8%).

Αυτοαντισώματα έναντι ιστονών

Πρωτεΐνες των νουκλεοσωμάτων που συμμετέχουν στο πακετάρισμα του DNA με μοριακά βάρη από 11,2 έως 21,5 kDa.

Ασθένειες: φαρμακευτικό ερυθηματώδη λύκο (95 %), επίσης στο 30-70% των ασθενών με μη φαρμακευτικό λύκο και στο 15-50% των ασθενών με ρευματοειδή αρθρίτιδα.

Αυτοαντισώματα έναντι UnRNP και Sm

Ανήκουν στις μικρές πυρηνικές ριβονουκλεοπρωτεΐνες (snRNP) που περιέχουν μικρού μοριακού βάρους RNA πλούσιου σε ουριδίνη και μια ποικιλία πρωτεϊνών (9-70 kDa). Τα UnRNP περιέχουν ένα πυρήνα έξι πρωτεϊνών B, B΄, D, E, F, G, που αποτελούν το σύμπλεγμα Sm. Επιπλέον, υπάρχουν οι πρωτεΐνες 70 kDa, A, C για το U1-nRNP και οι πρωτεΐνες Α΄, Β΄΄ για το U2-nRNP.

Ασθένειες: το U1-nRNP στη μικτή κολλαγόνωση (MCTD, Sharpsyndrome) στο 95-100% των ασθενών και το Sm στο συστηματικό ερυθηματώδη λύκο στο 20-40% των ασθενών.

Αυτοαντισώματα έναντι SSA (Ro)

ToSSA αντιγόνο είναι μια μικρή ριβονουκλεοπρωτεΐνη που αποτελείται από ένα μόριο RNA (Y1-, Y2-, Y3-, Y4 ή Y5) και δύο διαφορετικές πρωτεΐνες, 52 kDa και 60 kDa, που αποτελούν τον αντιγονικό στόχο των αυτοαντισωμάτων. Το SSA παίζει ρόλο στην επεξεργασία του mRNA προς ένα ενεργά μεταφραζόμενο μόριο. Η κύρια εντόπισή του είναι στον πυρήνα, αλλά μπορεί να βρεθεί και στο κυτταρόπλασμα.

Ασθένειες: σύνδρομο Sjogren στο 40-95 %  των περιπτώσεων, συστηματικός ερυθηματώδης λύκος στο 20-60%, πρωτοπαθή χολική κίρρωση στο 20 % και σπάνια στην χρόνια ενεργή ηπατίτιδα. Επίσης είναι θετικά στον νεανικό ερυθηματώδη λύκο.

Αυτοαντισώματα έναντι SSB (La)

Το SSB είναι μια γλυκοπρωτεΐνη με μοριακό βάρος 48 kDa, που εντοπίζεται κυρίως στο πυρήνα, ενώ ένα μικρό ποσοστό μπορεί να βρεθεί και στο κυτταρόπλασμα. Στον πυρήνα δρα ως βοηθητική πρωτεΐνη της RNA πολυμεράσης ΙΙΙ.

Ασθένειες: σε αναλογία 29:1 ανιχνεύεται στις γυναίκες στις περιπτώσεις του συνδρόμου Sjogren στο 40-95% των ασθενών και του ερυθηματώδη λύκου στο 10-20% των περιπτώσεων.

Αυτοαντισώματα έναντι του U3-nRNP/ fibrillarin

Η φιμπριλλαρίνη είναι μια βασική πρωτεΐνη του πυρηνίσκου με μοριακό βάρος 34 kDa. Είναι μία από τις έξι πρωτεΐνες του συμπλέγματος U3-nRNP, που εμπλέκεται στην μετατροπή του prerRNA σε  rRNA.  

Ασθένειες: στις περιπτώσεις προοδευτικής συστηματικής σκλήρυνσης (σκληρόδερμα) σε ποσοστό 5-10%.

Αυτοαντισώματα έναντι της RNA-πολυμεράσης Ι

Η RNA πολυμεράση Ι είναι ένα ενζυμικό σύμπλεγμα του πυρηνίσκου που αποτελείται από 13 υπομονάδες με μοριακά βάση 12.5 έως 210 kDa.

Ασθένειες: προοδευτική συστηματική σκλήρυνση (σκληρόδερμα) στο 4% των περιπτώσεων.

Αυτοαντισώματα έναντι PMScl (PM-1)

Πρόκειται για πρωτεϊνικό σύμπλεγμα που αποτελείται από 16 πολυπεπτίδια. Εντοπίζεται στο πυρηνίσκο και η λειτουργία του δεν είναι ξεκάθαρη. Στο westernblot εντοπίζονται δύο πρωτεΐνες με μοριακά βάρη 80 και 100 kDa.

Ασθένειες: εντοπίζονται σε ασθενείς με σύνδρομο επικάλυψης (overlap), που είναι συνδυασμός συμπτωμάτων πολυμυοσίτιδας, δερματομυοσίτιδας και σκληροδέρματος.

Αυτοαντισώματα έναντι κεντρομεριδίου (κινητοχώρου)

Ο αντιγονικός στόχος είναι τρεις διαφορετικές πρωτεΐνες του κινητοχώρου: η κεντρομεριδιακή πρωτεΐνη Α ( μοριακό βάρος 17 kDa), η κεντρομεριδιακή πρωτεΐνη Β (μοριακό βάρος 80 kDa) και η κεντρομεριδιακή πρωτεΐνη C (μοριακό βάρος 140 kDa). Ο κύριος αντιγονικός στόχος είναι η πρωτεΐνη Β.

Ασθένειες: στο 80-95 % των περιπτώσεων με αρχική φάση προοδευτικής συστηματικής σκλήρυνσης, που περιλαμβάνει κυρίως το σύνδρομο CREST (ασβέστωση, φαινόμενο Raynaud, οισοφαγική προσβολή, σκληροδακτυλία και τελαγγειεκτασία).

Αυτοαντισώματα έναντι του Scl-70

 Τα αυτοαντισώματα αναγνωρίζουν το ένζυμο DNA-τοποϊσομεράση Ι, με μοριακό βάρος 100 kDa.

Ασθένειες: διεισδυτική μορφή της συστηματικής σκλήρυνσης στο 25-70% των ασθενών.

Αυτοαντισώματα έναντι κυκλίνης Ι (PCNA)

Η κυκλίνη είναι μια πρωτεΐνη που εμπλέκεται στον κυτταρικό κύκλο. Τα επίπεδά της αυξάνονται στην G1 φάση και πέφτουν στην G2 φάση και τη φάση της μίτωσης, όπου η κυκλίνη φωσφορυλιώνεται σε κυκλίνη ΙΙ. Ο ρόλος της είναι βοηθητικός για την λειτουργία της DNA-πολυμεράσης δ.

Ασθένειες: στο 3% των ασθενών με συστηματικό ερυθηματώδη λύκο.

Άλλα αυτοαντισώματα έναντι του πυρήνα των Hep-2 κυττάρων

RNA: είναι θετικό στο 50 % των ασθενών με ερυθηματώδη λύκο, δίνει διασταυρούμενες αντιδράσεις με το ssDNA.

4-6-sRNA: δίνει ομοιογενή φθορισμό στον πυρηνίσκο και σχετίζεται με την προοδευτική συστηματική σκλήρυνση.

7-2-RNP(To): πρόκειται για ριβονουκλεοπρωτεΐνη που αποτελείται από το 7-2-RNA και τουλάχιστον επτά διαφορετικές πρωτεΐνες. Η μία από αυτές, με μοριακό βάρος 40 kDa είναι ο αντιγονικός στόχος. Δίνει ομοιογενή φθορισμό στον πυρηνίσκο και σχετίζεται με την προοδευτική συστηματική σκλήρυνση.

NOR-90: αφορά μια πρωτεΐνη 90 kDa που σχετίζεται με την περιοχή οργάνωσης του πυρηνίσκου. Τα κύτταρα στην μετάφαση παρουσιάζουν ένα ή περισσότερα μικρά κοκκία. Συνήθως είναι θετικά σε ασθενείς με προοδευτική συστηματική σκλήρυνση.

Sp100: ο αντιγονικός στόχος είναι μια πρωτεΐνη με μοριακό βάρος 100 kDa. Ο χαρακτηριστικός τύπος ανοσοφθορισμού είναι ο κοκκιώδης (nucleardots), κατά τον οποίο 5 έως 12 κοκκία με διαφορετικό μέγεθος απλώνονται σε ολόκληρο τον πυρήνα και παρατηρούνται στα μεσοφασικά κύτταρα. Κυρίως είναι θετικά σε ασθενείς με πρωτοπαθής χολική κίρρωση και παρουσιάζονται ταυτόχρονα θετικά με αντιμιτοχονδριακά αντισώματα. Μερικές φορές παρουσιάζονται θετικά σε ασθενείς με σκληρόδερμα, με συστηματικό ερυθηματώδη λύκο και με σύνδρομο επικάλυψης. 

RANA (RheumatoidArthritisNuclearAntigen): πρόκειται για μια πρωτεΐνη με μοριακό βάρος 80 kDa που την συναντάμε σε ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα. Η συσχέτιση σε ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα φτάνει το 90 %, αλλά σε μερικές περιπτώσεις είναι θετικά και σε ασθενείς που έχουν μολυνθεί με EBV. Το RANA εκφράζεται σε κύτταρα που μολύνονται με τον EBV και δεν ταυτοποιούνται σε HEp-2 κύτταρα.

Ku: ο αντιγονικός στόχος είναι δύο πρωτεΐνες με μοριακά βάρη 66 και 86 kDa, που βρίσκονται ως διμερή στον πυρήνα και συνδέονται στα ελεύθερα άκρα του DNA. Αυτά τα αντισώματα είναι θετικά σε ασθενείς με συστηματικό ερυθηματώδη λύκο και πολυμυοσίτιδα, δερματομυοσίτιδα.

Mi-1,Mi-2: η Mi-1 είναι μια πρωτεΐνη με μοριακό βάρος 75 kDa (έχει αναφερθεί και ως 150 kDa), που σχετίζεται με την ανοσοσφαιρίνη G. Η Μi-2 παρουσιάζεται ως σύμπλεγμα  πέντε πρωτεϊνών με μοριακά βάρη 30-220 kDa. Οι ιδιότητες και λειτουργίες των πρωτεϊνών αυτών είναι άγνωστες. Αντισώματα έναντι των Mi-1, Mi-2 παρουσιάζονται στο 5-10% των ασθενών με δερματομυοσίτιδα.

Lamins: είναι πρωτεΐνες που σχετίζονται με τα ενδιάμεσα ινίδια και καλύπτουν τη εσωτερική πλευρά της εσωτερικής πυρηνικής μεμβράνης. Τα μοριακά τους βάρη είναι 60, 68 και 74 kDa. Είναι θετικά σε ασθενείς με σύνδρομο χρόνιας κόπωσης, κολλαγόνωση, πρωτοπαθή χολική κίρρωση, χρόνια ενεργή αυτοάνοση ηπατίτιδα.

Αυτοαντισώματα έναντι των συστατικών του κυτταροπλάσματος

Μιτοχόνδρια: Τέσσερις τύποι αντιμιτοχονδριακών αντισωμάτων μπορούν να ανιχνευτούν σε υπόστρωμα HEp-2 κυττάρων: εναντίον των αντιγόνων Μ2, Μ3, Μ5 και Μ9. Αντισώματα εναντίον του Μ2 αντιγόνου (pyruvatedehydrogenasecomplex) μπορεί να βρεθούν στο 95 % των ασθενών με πρωτοπαθή χολική ηπατική κίρρωση. Σε περίπτωση θετικού δείγματος πρέπει το αποτέλεσμα να επιβεβαιώνεται σε τομές νεφρού ή με ELISA.

Ριβοσώματα: Αντισώματα εναντίον των ριβοσωμιακών πρωτεϊνών Ρο, Ρ1, Ρ2, δίνουν έναν πολύ συμπαγή-λεπτό στικτό φθορισμό στο κυτταρόπλασμα. Είναι θετικά σε ασθενείς με συστηματικό ερυθηματώδη λύκο.

Συσκευή Golgi: Η εικόνα του ανοσοθφορισμού χαρακτηρίζεται από την παρουσία κοκκίων στην μία πλευρά του κυτταροπλάσματος. Αν και η κλινική συσχέτιση δεν είναι ξεκάθαρη φαίνεται να τα συναντάμε σε ασθενείς με ερυθηματώδη λύκο, με σύνδρομο Sjogren ή ρευματοειδή αρθρίτιδα.

Λυσοσώματα: Παρουσιάζονται ως μικρά, μεσαία και μεγάλα κοκκία, τύπου σταγόνας στο κυτταρόπλασμα και η κλινική τους συσχέτιση είναι άγνωστη.

Ακτίνη: Παρουσιάζονται ως ινιδιακές δομές που διατρέχουν το κυτταρόπλασμα, ενώ φαίνεται να απλώνονται και πάνω από τον πυρήνα. Έχουν σχέση με τα αντισώματα εναντίον των λείων μυϊκών ινών και η παρουσία τους σχετίζεται με την χρόνια ενεργή αυτοάνοση ηπατίτιδα.

Βιμεντίνη: Ινιδιακές δομές που εντοπίζονται στο κυτταρόπλασμα, με αυξημένη πυκνότητα γύρω από τον πυρήνα. Στα μιτωτικά κύτταρα εμφανίζονται με την μορφή κοκκίων γύρω από την χρωμοσωμική περιοχή. Είναι ελάχιστα γνωστή η κλινική τους συσχέτιση και η διαγνωστική τους αξία. Στην ίδια κατηγορία ανήκουν και τα αντισώματα εναντίον της κυτοκερατίνη, τροπομυοσίνη και βινκουλίνης.

Jo-1 : Πρόκειται για την ιστιδυλική-tRNA συνθετάση, μια κυτταροπλασματική φωσφοροπρωτεΐνη με μοριακό βάρος 50 kDa. Τα αυτοαντισώματα προκαλούν στικτό διακριτό φθορισμό σε όλο το κυτταρόπλασμα. Σε αρκετές περιπτώσεις εμφανίζεται κι ο πυρήνας να περιέχει στίγματα. Τα αντισώματα εναντίον του Jo-1 δεν αντιδρούν με την αποδιατεταγμένη μορφή του ενζύμου, γι’ αυτό και δεν μπορούν να εντοπιστούν με westernblotting. Είναι θετικά στο 25-35 % των ασθενών με πολυμυοσίτιδα. Παρόμοια ανοσοφθοριστική εικόνα προκαλούν τα αντισώματα εναντίον των PL-7 (threonyltRNAsynthetase, 80kDa), PL-12 (alanyltRNAsynthetase, 120 kDa), OJ(isoleucyltRNAsynthetase, >130 kDa)και EJ  (glycyltRNAsynthetase, 75 kDa). Αυτά τα αντισώματα εμφανίζονται σε ασθενείς με πολυμυοσίτιδα.

SRP (SignalRecognitionParticle): Το SRP είναι μια ριβονουκλεοπρωτεΐνη που αποτελείται από RNA και έξι πρωτεΐνες με μοριακό βάρος μεταξύ 9 και 72 kDa. Μία από αυτές, η 54 kDaαποτελεί αντιγονικό στόχο. Η λειτουργία του SRP συμπλέγματος σχετίζεται με την παρουσία του υδρόφοβου πεπτιδίου οδηγητή των εκκριτικών πρωτεϊνών και την διευθέτησή του στην λιπιδική στιβάδα του ενδοπλασματικού δικτύου. Η διαγνωστική αξία των αντισωμάτων αυτών παραμένει άγνωστη.

Αυτοαντισώματα έναντι αντιγόνων που σχετίζονται με την μίτωση

Τα αντισώματα έναντι των μιτωτικών δομών παρουσιάζουν μια ποικιλία μικροσκοπικών εικόνων. Η διαγνωστική τους αξία δεν είναι πλήρως γνωστή, αλλά είναι πιθανό να σχετίζονται με τη προοδευτική συστηματική σκλήρυνση.

Κεντρίδιο: ένα ή δύο σημεία φθορισμού μπορούν να αναγνωριστούν έξω από τον πυρήνα, τα οποία στα μιτωτικά κύτταρα τοποθετούνται στους δύο πόλους του κυττάρου.

Μιτωτική άτρακτος: τα αντισώματα (MSA-1, mitosisspecificantibody 1, antitubulin?) αναγνωρίζονται στα μιτωτικά κύτταρα προκαλώντας ινιδιακό φθορισμό στην μιτωτική άτρακτο.  

Ενδιάμεσο σώμα: τα αντισώματα (midbody, MSA-2) εμφανίζονται στην κεντρική περιοχή (ισημερινό επίπεδο) των κυττάρων κατά την μετάφαση και παραμένουν σε όλη την διάρκεια της μίτωσης, έως τον διαχωρισμό των θυγατρικών κυττάρων, όπου φθορίζει το σημείο επαφής των θυγατρικών κυττάρων («το φιλί των κυττάρων»). Ο αντιγονικός στόχος των αντισωμάτων αυτών είναι μια πρωτεΐνη με ενεργότητα ATPάσης.

Αντιγόνα που σχετίζονται με τα χρωμοσώματα: τα αντισώματα (MSA-3) έναντι των αντιγόνων αυτών εμφανίζονται στην χρωμοσωμική περιοχή των μιτωτικών κυττάρων δίνοντας κοκκιώδη φθορισμό. Αυτό θα μπορούσε να προσομοιάζει με κεντρομεριδιακό φθορισμό. Ο φθορισμός στην περιφέρεια των κυττάρων είναι λείος και δυνατός, ενώ οι πυρήνες των μεσοφασικών κυττάρων παρουσιάζουν στικτό φθορισμό από πολύ αχνό έως πολύ έντονο.

 

ΑΥΤΟΑΝΟΣΑ ΝΟΣΗΜΑΤΑ: ΕΠΙΠΟΛΑΣΜΟΣ, ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ, ΠΡΟΛΗΨΗ

Τα αυτοάνοσα νοσήματα είναι μια ομάδα νοσημάτων με μεγάλη ετερογένεια ως προς την επιδημιολογία αλλά και ως προς τις κλινικές εκδηλώσεις. Το κοινό τους χαρακτηριστικό είναι η ύπαρξη αυτοδραστικών κλώνων λεμφοκυττάρων με αποτέλεσμα η βλάβη στους ιστούς και τα όργανα να προκύπτει από την αντίδραση των αυτοδραστικών κλώνων προς ίδια αντιγόνα.

Τα αυτοάνοσα νοσήματα μπορεί να ταξινομηθούν αδρά σε οργανοειδικά, στα οποία η αυτοάνοση αντίδραση εστιάζεται σε ένα όργανο, πχ σακχαρώδης διαβήτης τύπου Ι στον οποίο η αυτοάνοση αντίδραση αφορά τα β κύτταρα των νησιδίωντου παγκρέατος, και σε συστηματικά όταν η αυτοάνοση αντίδραση στρέφεται κατά περισσοτέρων του ενός οργάνου, πχ συστηματικός ερυθηματώδης λύκος (ΣΕΛ) με προσβολή αρθρώσεων, νεφρού, κεντρικού νευρικού ή και καρδιάς. Συνέχεια